Μάχη τών Τρικόρφων (23 Ιουνίου 1825)

2_Kolokotronis

Ο Ιμπραήμ μετά τή μάχη τών Μύλων τού Ναυπλίου επέστρεψε μέσω τού Αχλαδόκαμπου, τόν οποίο έκαψε, στήν Τριπολιτσά γιά νά ξεκουράσει τά στρατεύματά του. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης μέ τή σειρά του άρχισε νά οργανώνει νέα στρατόπεδα γύρω από τήν πόλη. Οι Έλληνες γνώριζαν ότι ο Ιμπραήμ ήταν παράτολμος καί πολλές φορές βρισκόταν στήν εμπροσθοφυλακή τού στρατού του, ενώ δέν δίσταζε νά πολεμά σάν απλός στρατιώτης. Ο Κολοκοτρώνης, γνωρίζοντας αυτή τή συνήθεια, έστελνε αποσπάσματα ανιχνευτών μέ τήν ελπίδα νά ανακαλύψουν τόν παράτολμο πασά καί νά τόν σκοτώσουν ή νά τόν αιχμαλωτίσουν.

 Όσο ο Ιμπραήμ πασάς βρισκόταν στήν Τριπολιτσά, οι Έλληνες οχύρωναν τίς θέσεις, πού είχε ο ορίσει ο αρχηγός τους. Τό Λεβίδι, βόρεια τής πόλης, τό έπιασαν οι Ανδρέας Ζαΐμης, Ανδρέας Λόντος, Παναγιώτης Νοταράς, Γεώργιος Λεχουρίτης, Σολιώτης καί Βασίλης Πετμεζάς καί τά Βέρβαινα στά νοτιοανατολικά οι Γεωργάκης Μιχαλάκης, Πέτρος Αναγνωστόπουλος, Θεόδωρος Ζαχαρόπουλος καί Δημήτριος Υψηλάντης. Στή δύναμη τών τελευταίων βρίσκονταν στρατιώτες από τόν Άγιο Πέτρο, τόν Πραστό καί τόν Μυστρά ενώ ήρθαν νά προστεθούν οι ιππείς τού Χατζή Μιχάλη Νταλιάνη καί οι Μανιάτες τού Κωνσταντίνου Μαυρομιχάλη. Στήν Πιάνα καί τό Χρυσοβίτσι, στά δυτικά, βρίσκονταν στρατεύματα από τήν Καρύταινα, τήν Αρκαδιά (Κυπαρισσία) καί τό Φανάρι (Ολυμπία). Αρχηγούς είχαν τούς Ιωάννη Κολοκοτρώνη (Γενναίο), Δημήτρη Παπατσώνη, Κανέλλο Δεληγιάννη καί Δημήτρη Πλαπούτα (Κολιόπουλο). Ο Τσόκρης είχε πάρει εντολή νά καταλάβει τά Τσιπιανά (Νεστάνη Αρκαδίας). Ο Κολοκοτρώνης είχε ζώσει από όλα τά μέρη τόν Ιμπραήμ, στόν οποίο όμως συνέχιζαν νά καταφθάνουν ενισχύσεις από τή Μεθώνη καί ο στρατός του τώρα είχε φθάσει τούς 20000 άνδρες.

Ο αρχιστράτηγος, βλέποντας τίς ενισχύσεις τού εχθρού, έδωσε εντολή στούς οπλαρχηγούς νά πλησιάσουν ακόμα περισσότερο στήν πόλη. Οι Ζαΐμης, Λόντος καί Νοταράς οχυρώθηκαν στήν Επάνω Χρέπα, οι Γενναίος Κολοκοτρώνης, Κανέλλος Δεληγιάννης καί Δημήτρης Παπατσώνης οχύρωσαν τά Τρίκορφα καί οι Πλαπούτας, Γκρίτσαλης τό Βαλτέτσι.

119-1-597
Η θέα της Τριπολιτσάς από τα ταμπούρια των Κλεφτών στα Τρίκορφα.

Ο Ιμπραήμ ήταν αυτός πού πραγματοποίησε αιφνιδιαστική επίθεση, ανατρέποντας τά σχέδια τών Ελλήνων. Κατέλαβε ξαφνικά μέ δυνάμεις καί πυροβολικό τή Σιλίμνα, αποκόβοντας τίς δυνάμεις τού Γενναίου καί τού Παπατσώνη, οι οποίοι μή μπορώντας νά λάβουν επικουρίες από τά υπόλοιπα στρατόπεδα πολέμησαν πεισματικά καί μόνο μέ τίς λιγοστές δυνάμεις πού διέθεταν. Τά νώτα τού Γενναίου τά φύλαγαν οι Πετμεζαίοι, ο Λεχουρίτης, ο Παναγιώτης Νοταράς, ο Ιωάννης Νοταράς καί ο Σολιώτης, αλλά μόλις δέχτηκαν επίθεση από τό αιγυπτιακό ιππικό υποχώρησαν ατάκτως, αφήνοντας ακόμα σέ πιό δύσκολη θέση τά στρατεύματα τού Γενναίου καί τού Παπατσώνη.

Τό πυροβολικό τών Αιγυπτίων έριχνε βροχή τίς βόμβες καί οι άνδρες τού Γενναίου αποδεκατίστηκαν. Ο γιός τού αρχηγού μόλις πού σώθηκε καί αυτό χάρη στήν ταχύτητά του, αλλά καί μέ τή βοήθεια ενός αλόγου πού βρήκε τυχαία στόν δρόμο του. Οι Αιγύπτιοι είχαν 1000 νεκρούς καί οι Έλληνες 500 μέ σημαντικότερους τόν Δημήτριο Παπατσώνη από τήν Ανδρούσα, τόν Γεώργιο Δημητρακόπουλο από τήν Αλωνίσταινα, τόν Νικόλαο Ταμπακόπουλο από τή Βυτίνα, τόν Κώστα Μπούρα από τούς Κωνσταντίνους, τόν Παπασταθόπουλο από τή Μικρομάνη, τόν Θεοδωράκη Ραζή από τή Βυτίνα, τόν ιερέα Παπασταθούλη από τά Λαγκάδια, τόν Χριστόδουλο Μέντη από τήν Αλωνίσταινα, τόν Τσόκο Μαριολόπουλο από τά Μαγούλιανα, τόν Τσολακόπουλο από τήν Κόρινθο καί τόν Χρήστο Παναγούλια από τό Βαλτέτσι. Ο Παπατσώνης ήταν μόλις 27 ετών καί τό πτώμα του τό σκύλευσαν οι αράπηδες παίρνοντας τό τουφέκι, τίς πιστόλες, τό σπαθί καί τίς ασημοχρυσωμένες παλάσκες του. Στή συνέχεια τόν ξεγύμνωσαν αφαιρώντας τήν χρυσοκέντητη φορεσιά του.

Τό σχέδιο τού αρχιστράτηγου απέτυχε πάλι, αφού τά γειτονικά στρατόπεδα δέν έσπευσαν νά βοηθήσουν τούς άνδρες τού Γενναίου πού είχαν περικυκλωθεί από τόν εχθρό. Τό στρατόπεδο τών Βερβαίνων, στό οποίο είχαν συγκεντρωθεί χιλιάδες ένοπλοι, παρέμεινε σέ αδράνεια, άν καί γνώριζαν οι αρχηγοί του Δημήτριος Υψηλάντης καί Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης ότι στά Τρίκορφα γινόταν σκληρός πόλεμος καί κινδύνευαν οι σύντροφοί τους. Μετά τή μάχη τών Τρικόρφων, οι Έλληνες σκόρπισαν διαλύοντας τά στρατόπεδά τους καί ο Κολοκοτρώνης μόλις έφθασε στή Δημητσάνα διαπίστωσε ότι είχε μόνο 1500 στρατιώτες μαζί του, μέ τούς περισσότερους νά έχουν τρέξει στά σπίτια τους γιά νά σώσουν τίς οικογένειές τους.

Ο Ιμπραήμ, μετά τή νίκη στά Τρίκορφα, εγκατέστησε φρουρές στή Σιλίμνα, τή Δαβιά, τήν Πιάνα καί τό Χρυσοβίτσι. Έκλεψε τό σιτάρι καί τά γιδοπρόβατα από τά χωριά καί συνέλαβε όσους κατοίκους δέν είχαν προλάβει νά κρυφτούν στά βουνά. Τούς μύλους τής Δαβιάς τούς οχύρωσε μέ τόν Γάλλο προδότη, γιά νά τούς χρησιμοποιήσει γία τήν παραγωγή αλευρίου, τού τόσο πολύτιμου γιά τό στράτευμά του. Κατά τό τέλος Ιουνίου, ο Κολοκοτρώνης οργάνωσε τήν άμυνα στό Διάσελο τής Αλωνίσταινας, συγκεντρώνοντας στρατιωτικά σώματα από τήν Καρύταινα, τήν Ηλεία, τά Καλάβρυτα καί τήν Αργολίδα. Οι Αιγύπτιοι έφθασαν στήν περιοχή τήν 1η Ιουλίου 1825 καί αμέσως ξεκίνησε η μάχη μέ πρώτο νά πυροβολεί τούς εχθρούς τόν Γενναίο Κολοκοτρώνη, ακολουθούμενο στή συνέχεια από τούς Ανδρέα Λόντο, Δημήτρη Πλαπούτα (γιό τού γέρο Κόλια Πλαπούτα) καί Γεώργιο Λεχουρίτη. Στή μάχη αυτή συμμετείχε καί ο Ιωάννης Παπαλεξόπουλος από τό Άργος, ο οποίος διακρίθηκε γιά τήν τόλμη του.

Ο Ιμπραήμ επιχείρησε δεύτερη επίθεση μέ νέες δυνάμεις αλλά αποκρούστηκε καί αυτή από τίς ελληνικές ενισχύσεις πού έφθασαν μέ τόν Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, τόν Ανδρέα Ζαΐμη, τόν Κανέλλο Δεληγιάννη καί τόν Νικόλαο Πετμεζά. Οι Τουρκοαιγύπτιοι υποχώρησαν αφήνοντας στό πεδίο τής μάχης 200 νεκρούς καί τραυματίες, ενώ πολλά άλογα τά πήραν οι Έλληνες αφού οι περισσότεροι νεκροί ανήκαν στό αιγυπτιακό ιππικό. Τότε ο Ιμπραήμ πασάς, μέ τή βοήθεια ντόπιων Τούρκων, επιχείρησε κυκλωτική κίνηση μέσα από δύσβατα μονοπάτια, μέ τό σύνολο τού στρατού του, ώστε νά αποκλείσει τούς Έλληνες στό Διάσελο τής Αλωνίσταινας καί νά τούς αποδεκατίσει. Αλλά η κίνησή του αυτή έγινε αντιληπτή από τούς Έλληνες, οι οποίοι εγκατέλειψαν τήν Αλωνίσταινα καί κινήθηκαν πρός τή Βυτίνα.

«Ο Ιμπραΐμης εκίνησε από τό Άργος καί εκοιμήθηκε εις τά Βρυσάκια (τοποθεσία Νεράκια στόν Αχλαδόκαμπο Αργολίδας). Ο τόπος ήτον σκάπετα (κρυμμένος). Όταν εστείλαμεν τούς ταχυδρόμους αυτοί συναπαντήθηκαν μέ τήν μπροστέλλαν (εμπροσθοφυλακή) τού Ιμπραΐμη, καί εγύρισαν φεύγοντας οπίσω, καί μάς είπαν ότι έφθασαν οι Τούρκοι. Ωργάνισα εις τέσσερες κολόναις (σειρές) τό στράτευμα, τόν Βασίλη τόν τρουμπετιέρη τόν έστειλα νά μάς κάμη σημάδι, άν οι Τούρκοι είναι ολίγοι, νά βαρέση τήν τρουμπέτα, εάν όλο τό στράτευμα νά ρίξει ένα ντουφέκι. Επήγε κ’ έριξε τό ντουφέκι.

Ο Κολιόπουλος (Δημήτρης, γιός τού Κόλια Πλαπούτα) νά πάγη εις τήν Γύρα, ο Γεώργιος Αλωνιστιώτης νά πάγει στού Μπέγη τήν σκάλαν (θέση πού βρίσκεται νότια από τή βυζαντινή καστροπολιτεία Μουχλί στό όρος Παρθένι Αρκαδίας), καί ο Γενναίος νά πιάσει τού Παρθενίου τή στράτα (νά πάρει τό δρόμο πού οδηγεί στό όρος Παρθένι), καί εγώ εις τήν άκραν. Βλέπομε καί ξαγναντάει (εμφανίζεται) όλο τό στράτευμα τού Ιμπραΐμη έως τρείς χιλιάδες, καί έπεσε στόν κάμπον τού Αχλαδόκαμπου. Τούς έκαμε τέσσερες κολώναις κ’ εκείνος εμοίρασε τήν πλειότερη καβαλλαρία κατά τήν Γύρα. Οι Έλληνες έμου αποσταμένοι (κουρασμένοι), έμου δέν είχαν ταμπούρια, επείκασα (πίστεψα) ότι θά χαλασθούμε, άν είχαμε τήν είδησιν από τήν νύκτα, καί ήθελε ταμπουρωθούμε καί έλθη καί ο Ζαΐμης θά επολεμούσαμε καλά.

Εστοχάσθηκα, τό στράτευμα νηστικό καί χωρίς τσοπχανέ (πολεμοφόδια). Εβάρεσα ριτηράδα (υποχώρηση) νά γλυτώσω τό στράτευμα. Ο Κολιόπουλος ετράβηξε κατά τό μοναστήρι τόν Άγιο Νικόλα, όπου ήτον δυνατός ο τόπος. Βαρώ τήν τρουμπέτα νά σηκωθή καί ο Γενναίος, δέν θέλει νά σηκωθή. Βλέποντας ο Ιμπραΐμης αυτό ότι μένει, έβαλε κολώναις κολώναις εις τόν άγριον τόπον, εγώ εκ νέου διέταξα τήν ριτηράδα. Βγαίνοντας εις τό Παρθένι μέ καμμιά εικοσαριά καβαλλαραίους, επήγα νά πιώ νερό εις ένα χωριό στά Μπερτσοβά (Παρθένι Αρκαδίας). Ο Γενναίος έπιασε ένα καταράχι αντίκρυ τού χωριού στήν κορυφή τού βουνού μέ χίλιους πεντακόσιους. Εκεί πού επήγα νά πιώ νερό, δέν εύρα καί ήτον σκάπετα (κρυμμένη) μία βρυσούλα, καί επήγα νά πιώ νερό. Οι Τούρκοι εστάθηκαν στ’ αμπέλια τά μπερτσοβίτικα, έως οπού νά βγούν όλοι, καί η καβαλλαρία η τούρκικη εσκόρπισε στόν κάμπο καί μάς πλάκωσαν στή βρύση. Τούς βάλλομεν στό ντουφέκι, κι έφυγαν. Ετουφεκίσθημεν, στούς Αγίους, επήγα καί εκάθησα αντίκρυ τού Γενναίου.

Οι Τούρκοι δέν εκστράτευσαν, έμειναν εκεί στ’ αμπέλια, τόν έβλεπαν τόν Γενναίο, καί δέν τού πήγαν απάνω. Τό δειλινό εκάλεσα τόν Γενναίο μέ τήν τρομπέτα νά έλθουν σ’ εμάς, καί μέ τό εσπέρας ανταμωθήκαμεν, ανταμώνοντας τού λέγω: «Ο Κανέλλος είναι εκεί θαρρευμένος (νομίζοντας) καί ο Παπατσώνης ότι οι Τούρκοι είναι ολίγοι, νά πάμε εμπρός νά τούς σηκώσωμεν (νά τούς πάρουμε μαζί), διά νά μήν τούς κλείσουν οι Τούρκοι». Εφθάσαμε, τόν εσηκώσαμε, καί επήγαμεν κατά τήν Αλωνίσταινα όλοι.

Ο Ιμπραΐμης έμεινε στήν Τριπολιτσά. Έγραψα εις ταίς επαρχίαις καί εσυνάχθηκαν εις τά Δερβένια επτά χιλιάδες. Ήλθε τό Αρχοντόπουλο (Ιωάννης ή Γιαννάκης Νοταράς), ο Ζαΐμης καί ο Λόντος, καί είχαν τό Λεβίδι μέ δύο χιλιάδες καί είχα εγώ πέντε χιλιάδες, τόν Κολιόπουλο, τόν Κανέλλο, τόν Παπατσώνη καί τά καρυτινά στρατεύματα μέ τόν Γενναίον. Εμάθαμε από ένα Τούρκον, ότι τού ήλθε μεντάτι (βοήθεια) ο γαμβρός του μέ στρατεύματα εις τήν Μοθώνην, καί θέ νά κινηθεί διά βοήθειαν τού Ιμπραΐμη. Καί τότε έστειλα νά πιάσουν τά Δερβένια (δρόμος από τήν Καλαμάτα – Λεοντάρι), διά νά μή περάση πρός βοήθειαν. Έγραψα ένα γράμμα εις τά Δερβένια, νά έλθουν κ’ εκείνοι εις βοήθειαν, διατί θά πιάσω τά Βέρβενα καί νά έλθουν εις βοήθεια, τόσον καί τού Ζαΐμη νά έλθη εις τήν Πάνω Χρέπα, καί τόν Κολιόπουλο τόν έστειλα μέ δύο χιλιάδες νά πιάσει τό Βαλτέτσι, καί τόν Γενναίον καί τόν Παπατσώνην τόν έστειλα νά πιάσουν τά Τρίκορφα (θέση δυτικά τής Τρίπολης, όπου έγινε η κυρίως μάχη).

Και τό βράδυ ήλθε ο Ανδρέας Ζαΐμης εις τήν Επάνω Χρέπα καί άναψαν φωτιαίς, ταίς είδαν οι Τούρκοι από τήν Τριπολιτσάν καί υποπτεύθηκαν μήπως πιάσουν τά Τρίκορφα οι Έλληνες, καί τήν αυγήν απεφάσισε ο Ιμπραΐμης, καί έστειλε ένα δύο χιλιάδες νά πιάσουν τά Τρίκορφα. Ο Γενναίος εκίνησε, δέν επρόφθασε νά πιάση τά ταμπούρια όλα, παρά τά μισά καί τά μισά έπιασε ο Μπραΐμης.

Αρχίνησε τόν πόλεμον, εγώ ήμουν εις τήν Επάνω Χρέπα, όπου ευρίσκοντο τά καλαβρυτινά καί κορινθιανά στρατεύματα. Ο Κολιόπουλος εκίνησε νά έλθει μεντάτι (βοήθεια) εις τό Γενναίον. Έστειλε ο Μπραΐμης τήν καβαλλαρίαν, οπού εθέρισε τόν κάμπον. Επήγε στήν Σύλιμναν, οπισθοχώρησε τόν Κολιόπουλον. Ήτον κάμπος καί δέν ημπορούσε νά αντισταθή ο Κολιόπουλος. Τά στρατεύματα ήσαν εις τά Βέρβενα εφτά χιλιάδες, άκουσαν τόν πόλεμο καί δέν ήλθαν εις βοήθειαν. Άν αυτοί ήρχοντο εις βοήθειαν, δέν έστελνε ο Μπραΐμης όλο τό στράτευμα εναντίον τού Γενναίου. Ο Ιμπραΐμης όσο έστελνε από Τριπολιτσά βοήθειαν, τόσον έστελνα κ’ εγώ από τό άλλο εις βοήθειαν τών εδικών μας.

gennaios

Ο πόλεμος διήρκεσεν από τήν αυγή έως δύο μετά τό μεσημέρι, εννιά ώραις. Κανόνια έριχναν εναντίον στό ταμπούρι τού Γενναίου. Ο Γενναίος εβγήκε δύο φοραίς από τό ταμπούρι διά νά τούς πάρη κανόνια, αλλ’ εύρισκε πολλήν δύναμιν καί εγύρισε οπίσω. Τά κανόνια τών εχθρών δέν επροξενούσαν βλάβη. Εις τό ταμπούρι εσκοτώθη ο Παπατσώνης, καί άλλοι δύο τρείς σημαντικοί.

Τά στρατεύματα τού Ιμπραΐμη ήτον έως είκοσι χιλιάδες. Τό ταμπούρι όπου ήτον ο Γενναίος δέν είχε φόβον, καί αφού είδαν οι Τούρκοι, ότι δέν κάμνουν τίποτε από εκείνο τό μέρος, εξαπλώθηκε εις ταίς πτέρυγαις. Ο Παναγιωτάκης Νοταράς, οπού εβαστούσε τήν πλάτην τού Γενναίου, ανεχώρησε, καί έτσι έφυγε καί ο Γιάννης Νοταράς μέ μεγάλον κίνδυνον. Επήραν τά οπίσθια τού Γενναίου καί αφού είδαν, έφυγαν από τό ταμπούρι καί έκαμαν κατά μάς. Η καβαλλαρία τούς έφθασε, κι εκεί εχάθηκαν 180 καί πολλοί σημαντικοί αξιωματικοί, καθώς Γεώργιος Δημητρακόπουλος ή Αλωνιστιώτης, Κώστας Μπούρας, Νικόλαος Ταμβακόπουλος, Χριστόδουλος Μέντης, Χρήστος Παναγούλιας, καί όλοι οι λοιποί Έλληνες ήτον διαλεκτοί, 110 από τήν Καρυταιναν καί 70 από ταίς λοιπαίς επαρχίαις. Έστειλα ένα μπαϊρακτάρη (σημαιοφόρο) Μιχαλάκη τού Ζαΐμη μέ τριάντα ανθρώπους, εβάσταξε τούς Τούρκους καί εγλύτωσαν οι εδικοί μας. Τό βράδι επήγαμε εις τήν Αλωνίσταινα.

Ο Ιμπραΐμης, αφού είδεν, ότι ήτον εκεί στρατεύματα ελληνικά, έπιασε τήν Πιάνα καί τό Χρυσοβίτσι μίαν ώραν μακριά τό ένα από τό άλλο, καί εις τήν μέσην είναι οι μύλοι τής Νταβιάς (Δαβιάς). Αφήκε τόν Σουλεϊμάν μπέη (τόν Γάλλο εξωμότη συνταγματάρχη Σέβ) μέ πέντε χιλιάδες, καί έφκειασε δώδεκα ταμπούρια, διά νά φυλάγη τούς μύλους. (Τούς μύλους τής Δαβιάς ο Ιμπραήμ τούς ήθελε γιά νά φτιάχνει αλεύρι γιά τά στρατεύματά του. Αργότερα ο Κολοκοτρώνης μέ μία αιφνιδιαστική επίθεση θά τούς κατέστρεφε, γιά νά στερήσει από τόν αραβικό στρατό τό ψωμί).

Ο Ιμπραΐμης εξαπλώθηκε εις τούς κάμπους καί εθέρισε τά γεννήματα καί τά έμβασε εις τήν Τριπολιτσά, καί επήγε καί αυτός εκεί. Εις τήν Αλωνίσταινα εβγήκαν εκατό Αράπηδες, τούς επήραν οι Έλληνες καί τούς εσκότωσαν όλους εκτός από τρεις τέσσερους, οπού έφυγαν καί έδωσαν τήν είδηση (μάχη τής Αλωνίσταινας). Ο Ιμπραΐμης έμαθε ότι ευρισκόμεθα εις Αλωνίσταινα, εκίνησε μέ όλο του τό στράτευμα εις πέντε κολώναις, καβαλλαραίους καί πεζούς. (Μόλις οι Έλληνες πού ήταν στήν Αλωνίσταινα αντιλήφθηκαν ότι ο Ιμπραήμ επιχειρούσε κυκλωτική κίνηση γιά νά τούς αποκλείσει, υποχώρησαν πρός τή Βυτίνα).

Την αυγή εφύγαμε καί αφήκαμε τόν Κολιόπουλο μέ χίλιους, καί εκεί δέν εμπόρεσε νά βαστάξη καί ήλθε στή Βυτίνα, καί από τήν Βυτίνα εις τά Μαγούλιανα. Εκεί δέν ημπορέσαμε νά τόν βασταξομε καί τό στράτευμα εσκορπίσθη. Οι Καρυτινοί, σάν εμβήκεν ο Ιμπραΐμης εις τήν επαρχίαν τους, επήγε ο καθένας νά ασφαλίση τήν φαμελιάν του. Οι Κορινθινοί ανεχώρησαν, ο Λόντος ανεχώρησε καί αυτός, εμείναμε κατά περίστασιν, εγώ, ο Ζαΐμης, Κανέλλος Δεληγιάννης, Κολιόπουλος, Αναγνώστης Παπασταθόπουλος καί Αποστόλης Κολοκοτρώνης. Επήγαμε εις τά Λαγκάδια

Απομνημονεύματα Κολοκοτρώνη – Τερτσέτης Γεώργιος

Ο αιγυπτιακός στρατός δέν κατάφερε νά περικυκλώσει τούς Έλληνες ενόπλους, αλλά στήν πορεία του γιά τή Βυτίνα, συνέλαβε πλήθος από γυναικόπαιδα πού είχαν κρυφτεί στό ελατόδασος έξω από τό χωριό. Οι Οθωμανοί αξιωματικοί καί οι μπέηδες επέλεξαν τίς ωραιότερες γυναίκες καί τίς μοιράστηκαν μεταξύ τους, ενώ τίς υπόλοιπες γυναίκες καί τά παιδιά τούς έστειλαν στή Μεθώνη γιά νά τούς μεταφέρουν στή συνέχεια στά σκλαβοπάζαρα τής Αφρικής. Οι γέροι πού δέν έπιαναν καλές τιμές σφάζονταν επί τόπου.

tampakopoulos
Ο Ιμπραήμ άρπαξε γιά σκλάβες τίς τρείς κόρες τού Θεόδωρου Ταμπακόπουλου, τήν κόρη τού Αθανασίου Σουφλέρη από τήν Αλωνίσταινα, τίς δύο κόρες τού παπά Γιάννη από τή Βυτίνα καί πλήθος από άλλες κοπέλες από ονομαστές οικογένειες. Αφού έφερε τόν γιατρό του καί μία γυναίκα ηλικιωμένη νά τίς εξετάσει γιά νά διαπιστώσει ότι ήταν παρθένες καί δέν είχαν κάποια αρρώστια, τίς πάντρεψε μέ τούς αγάδες του, ενώ αυτός νυμφεύθηκε τήν ωραιότερη, τήν κόρη τού Τριαντάφυλλου. Μία κοπέλλα πού δέν τόν ήθελε, ο σαδιστής πασάς τήν πούλησε σέ δεκαοκτώ αραπάδες γιά νά τήν μεταχειριστούν όπως αυτοί ήθελαν.

«Ούτω λοιπόν, άμα εφώτισεν η ημέρα, ευθύς οι Έλληνες άρχισαν νά μάχωνται μέ τούς Τούρκους, οι οποίοι κατ’ αρχάς ήσαν ολίγοι. (Ο Φωτάκος περιγράφει τή μάχη στά Τρίκορφα). Ο δέ Δημήτριος Πλαπούτας βιασθείς επήγεν εις τό χωρίον Σιλήμναν (χωριό δυτικά τής Τρίπολης) καί έπιασε τήν εκεί εκκλησίαν καί τά πέριξ. Οι Έλληνες τότε έχασαν τόν καιρόν, διότι δέν εβγήκαν από τό οχύρωμα νά προσβάλουν τούς ολίγους Τούρκους καί νά κυριεύσουν τά πυροβόλα των, καί τοιουτοτρόπως έπειτα ούτοι έλαβον καιρόν καί έφεραν τό ιππικόν των όλον, ώρμησαν καί ερρίφθησαν κατά τού Πλαπούτα, τόν οποίον κατεδίωξαν καί τόν ανάγκασαν νά φύγη από τήν θέσιν, τήν οποίαν κατείχε.

Αφού ο Πλαπούτας έφυγεν από τήν Σιλήμναν, καί εκόλλησε κατά τό μέρος τού Βαλτετσίου, ο Ιμπραήμ αφήκεν έν μέρος τού ιππικού, νά τόν επιτηρή, ώστε νά μή δυνηθή νά έλθη εις Σιλήμναν πάλιν εις βοήθειαν τών ωχυρομένων. Πολλάκις ύστερον οι Έλληνες ώρμησαν έξω από τό οχύρωμα τού Γενναίου, καθώς καί αυτός ο ίδιος διά νά κυριεύσουν τά πυροβόλα τών Τούρκων, αλλά δέν τό κατόρθωσαν, διότι έλειπεν η δύναμις τού Πλαπούτα διά νά πάρη ταίς πλάταις τών Τούρκων.

Από δέ τά Βέρβαινα (χωριό νοτιανατολικά τής Τρίπολης) δυστυχώς, δέν εφάνη νά έρχεται βοήθεια διά νά ίδη ταύτην ο πασάς καί αναγκασθή νά διαιρέση άλλως πώς τά δυνάμεις του. Τούτο υπήρξε τό μεγαλείτερον σφάλμα τών Ελλήνων, επειδή δέν ήλθαν πρός βοήθειαν τών πολεμούντων εις τά Τρίκορφα, διότι άν ήρχοντο τό σχέδιον τών Τούρκων θά μετεβάλλετο.

Τό ιππικό τών Τούρκων τό διέταξαν νά προχωρήση εις τό χωρίον Ζαράκοβα (Μαίναλο Φαλάνθου) έως εις τό αλώνι τής Επάνω Χρέπας διά νά ενωθή εκεί μέ τό σώμα τού ιδίου πασά, όστις επίσης επορεύετο εις εκείνο τό μέρος. Προσέτι έστειλαν καί τρείς χιλιάδας τακτικόν στρατόν διά τής Χούνης, η οποία είναι έμπροσθεν τού Αγίου Βλάση, όθεν ο δρόμος φέρει εις τάς θέσεις Σκάλαν καί Ξηροπήγαδον, καί δεξιά κατά τό βουνόν Άγιον Θεόδωρον, όπου είναι τά Λακκώματα καί η καλουμένη κυρίως Λάκκα τού Χουσεΐν αγά.

Οι Τούρκοι ώρμησαν συγχρόνως από όλα τά μέρη κατά τού οχυρώματος τών Ελλήνων, καί κατά πρώτον εις εκείνο τών Λαγκαδινών, τό οποίον ήτο έξω τού μεγάλου οχυρώματος, καί μέσα εις αυτό ήτο ο Παπασταθούλης. Οι Τούρκοι ώρμησαν εις αυτό καί ανακατώθησαν μέ τούς Έλληνας. Οι δέ κλεισμένοι εις τό μεγάλον οχύρωμα ιδόντες τούτο έφυγαν από τήν δυτικήν πλευράν. Οι δέ Τούρκοι βλέποντες τούς Έλληνας φεύγοντας ευθύς κατέβησαν κατά τήν θέσιν Γελάδα, νομίζοντες, ότι εκείθεν θά έβγουν έμπροσθεν τών Ελλήνων. Από δέ τήν ανατολικήν καί μεσημβρινήν (νότια) πλευράν ήρχοντο οι Τούρκοι διά νά φανούν εις τήν ράχιν ανακέφαλα καί κατακέφαλα τού οχυρώματος.

Πρίν όμως οι Τούρκοι έμβουν εις τό οχύρωμα, όστις εκ τών Ελλήνων εδύνατο νά φύγη πρώτος τού άλλου έφευγε, διότι δέν έλαβαν τό μέτρον νά φύγωσιν όλοι μαζύ πολεμούντες, καί κανείς πλέον δέν εφρόντιζε περί τού άλλου, οι δέ ανώτεροι δέν εισακούοντο. Οι δέ φεύγοντες ετραβούσαν κατά τό ανάπλαγον διά νά πέσουν εις τό χωρίον Ζαράκοβα, καί εκείθεν νά κολλήσουν κατά τό χονδρόν βουνόν τής Επάνω Χρέπας. Τοιουτοτρόπως λοιπόν φεύγοντες αφήκαν εις τό οχύρωμα πολλούς λαβωμένους, έπειτα δέ φθάσαντες καί τούς άλλους τούς οποίους είχαν προηγουμένων αποστείλει, τούς εγκατέλειπον καί αυτούς. Μεταξύ τών λαβωμένων τούτων ήτο καί ο Ιωάννης Αλεξανδρόπουλος, υιός τού Κωνσταντίνου Αλεξανδροπούλου από τήν Στεμνίτσαν. Τούτον συνώδευαν οι συγγενείς καί οι γείτονές του. Αλλ’ επειδή οι Τούρκοι τούς επλησίασαν, καί δέν εδύναντο πλέον νά προχωρήσουν καί νά σωθούν αυτοί καί ο λαβωμένος, καί ούτως εκινδύνευαν όλοι ομού νά χαθούν, ο λαβωμένος τότε είπε πρός τούς ιδικούς του νά τόν αφήσουν, νά πάρουν τά όπλα του καί νά φύγουν διά νά μή χαθούν καί αυτοί δωρεάν, καί εις άλλην ευκαιρίαν νά εκδικηθούν τούς Τούρκους καί νά πάρουν τό αίμα του, έπειτα έβαλε τήν πιστόλα του εις τό ζερβί βυζί επυροβόλησε καί εσκοτώθη μόνος του.

 

ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ

Εκεί εχάθησαν καί πολλοί άλλοι καί σημαντικοί οπλαρχηγοί ο Δημήτριος Παπατσώνης, ο Γεώργιος Δημητρακόπουλος, ο Νικολής Ταμβακόπουλος, ο Θεοδωράκης Λιάρος ή Ροζής ο Χρήστος Ταμβακόπουλος, ο Χρήστος Παναγούλιας. Αυτός άν καί ήτο γέρων, όμως εστάθη εις ένα ριζοσπήλι, καί εσκότωσε δύο, τρείς Τούρκους, καί ούτω τούς εχασοημέρησεν. Ήτο παλαιός κλεφτοκαπετάνιος, καί κατήγετο από επίσημον οικογένειαν. Όταν δέν είχαμεν πόλεμον τόν επειράζαμεν, λέγοντες πρός αυτόν, ότι θά μάς φέρη εμπόδιον εις καμμίαν μάχην, διότι έγεινεν άχρηστος διά τά γηρατεία του καί δέν θά ήμπορή νά φύγη, καί εις απάντησιν μάς έλεγεν ότι οι Τούρκοι θά μάς κυνηγούν, ημείς θά φεύγωμεν, καί αυτός θά σταθή νά πολεμή, θά χασομερήση τούς Τούρκους, καί θά μάς σώση καί αληθώς ούτως έγεινε καθώς εμάντευσεν.

Εκτός τούτων απέθαναν ο Αποστόλης Παπαπανάγου, οι Γεώργιος καί Πολυχρόνης αδελφοί Μαργιολόπουλοι, ο Χριστόδουλος Μάντις, ο περίφημος Παπασταθούλης εκ Λαγκαδίων, ο Μπούρας από τούς Κωνσταντίνους τής Μεσσηνίας καί άλλοι πολλοί στρατιώται υπέρ τούς 500. Όσοι δέ από τούς Κορινθίους καί τούς Καλαβρυτινούς τότε εχάθησαν αυτούς όλους εβλασφημήσαμεν, διότι δέν εστάθησαν νά πολεμήσουν. (Οι Γεώργιος Λεχουρίτης από τό Λεχούρι Καλαβρύτων, Πετμεζάδες από τά Σουδενά Καλαβρύτων καί Νοταράδες από τήν Κόρινθο εγκατέλειψαν τά οχυρώματά τους, μέ τά οποία φύλαγαν τά νώτα τού Γενναίου καί τού Παπατσώνη, μέ αποτέλεσμα οι τελευταίοι νά αποδεκατιστούν από τούς αράπηδες τού Ιμπραήμ). Εβλασφημήσαμεν καί εκείνους, οι οποίοι έμειναν εις τά Βέρβαινα καί δέν ήλθαν εις βοήθειαν. Οι δέ αρχηγοί (Κολοκοτρώνης, Ζαΐμης) δέν εδυνήθησαν νά έλθουν καί αυτοί εις βοήθειαν τών κλεισμένων εις τά οχυρώματα (Γενναίου καί Παπατσώνη).

Ο δέ Κολοκοτρώνης καί ο Ζαΐμης έτυχεν τότε μαζύ καί έθεσαν τόν εαυτόν των εις κίνδυνον, καί μάλιστα ο Ζαΐμης. Οι δύο δέ ούτοι εστάθησαν κατά τήν θέσιν Αλώνι Καλογερικόν τής μονής Επάνω Χρέπας, καί εκείθεν έστειλαν μέ ολίγους στρατιώτας τόν σημαιοφόρον τού Ζαΐμη Μιχάλην Κλαπατσουνιώτην, εγνωσμένον καί επίσημον παλληκάρι. Αυτός έπιασεν ένα λοφίσκον πέτρινον, όστις είναι εκεί εις τήν ράχιν, μεταξύ τών ερχομένων Τούρκων από τό Περθώρι, καί τών άλλων από τήν Ζαράκοβαν, έρριψαν ολίγα τουφέκια δεξιά καί αριστερά καί τούς εχασομέρησε νά ενωθούν καί νά αποκλείσουν τούς περισσοτέρους Έλληνας, οι οποίοι ήρχοντο από τό σκορπισθέν οχύρωμα. Η ανδραγαθία αύτη τού Μιχάλη έσωσε πολλούς τών Ελλήνων, καί περί ταύτης έγεινεν έκθεσις εις τήν Βουλήν καί τόν Αρχηγόν διά νά βραβευθή.

Ο Θεόδωρος Ρηγόπουλος διά νά σωθή επιάσθη από τήν ουράν τού αλόγου, τό οποίον ο Ζαΐμης ίππευεν. Τοιουτοτρόπως όλοι ανέβησαν επάνω εις τήν ράχιν τού βουνού Μενελάου (όρος Μαίναλον) καί εκείθεν εχωρίσθημεν καί οι μέν Καλαβρυτινοί καί οι Κορίνθιοι ετράβηξαν κατά τού Καρδαρά καί τού Κάψα (σημερινή Κάψια Αρκαδίας), καί εγκρεμίσθησαν κάτω διά νά υπάγουν εις τό Λεβίδι, οι δέ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης καί Κανέλλος Δεληγιάννης εστάθησαν κατάρραχα άνωθεν τού χωρίου Ζαράκοβα (Μαίναλο Φαλάνθου), καί εκεί εδέχοντο τούς φυγόντας Έλληνας από τό οχύρωμα, οίτινες είχαν πάρει τά πλάγια καί εκεί συνηθροίζοντο.

Πρίν δέ φύγουν εκείθεν, είδαμεν τόν Ιωάννην Παπατσώνην, όστις τότε ήτο πολύ νέος. Ήτο λυπημένος, καί είχε τά ενδύματά του ξεσχισμένα διά τόν θάνατον τού αδελφού του Δημητρίου. Επειδή δέ ήρχετο τόν ανήφορον καί ήτο αποσταμένος (κουρασμένος) καί απέκαμεν, ο Αρχηγός μου μέ διέταξε νά στείλω τό μουλάρι μου νά αναβή επάνω καί νά τόν οδηγήσουν εις τήν ράχιν οι ιδικοί του, καί τό έστειλα. Τόν έφεραν εκεί καί τόν επήρεν ο γαμβρός του Κανέλλος Δεληγιάννης (Ο Κανέλλος είχε νυμφευθεί τήν Αθανασία Α. Παπατσώνη, αδελφή τού Ιωάννη).

Ταυτοχρόνως δέ ο Αρχηγός είδε τόν υιόν του Γενναίον μέ ολίγους μισθωτούς Ρουμελιώτας, τούς οποίους είχε, καί ήρχετο καί αυτός καί οι στρατιώταί του αποσταμένοι. Έστειλα πάλιν τό μουλάρι μου νά καβαλλικεύση καί νά έλθη καί αυτός εκεί, όπου ήτο ο πατέρας του. Αλλ’ όμως πρίν έλθη μάς έκαμε πολλαίς αναποδιαίς από τόν υπερβολικόν θυμόν του, καί από τήν λύπην του, διότι η μάχη εχάθη τοιουτοτρόπως, ως είπαμεν, καί ενικήθη, καί διότι επεθύμει νά μείνη εκεί νά σκοτωθή. (Ο Κολοκοτρώνης πολλές φορές όταν ήταν λυπημένος ξεσπούσε τό θυμό του στά παλληκάρια του, αλλά αυτό δέν κράταγε γιά πολλή ώρα. Ύστερα από λίγο μάζευε τίς δυνάμεις του γιά νά συνεχίσει τόν αγώνα).

Kanellos_Deligiannis
Κανέλλος Δεληγιάννης

Τήν μάχην ταύτην, ως ανωτέρω είπαμεν, τήν είχαμεν βεβαίαν υπέρ ημών, μή προϊδόντες τάς μελλούσας δυσκολίας. Εκείθεν δέ ανεχωρήσαμεν εις Αλωνίσταιναν, καί τήν νύκτα εκείνην έρριψε χιόνι εις τά βουνά καί χονδρήν βροχήν, καί όσοι εξενύκτισαν έξω εκρύωσαν ο δέ Κανέλλος Δεληγιάννης καί οι στρατιώταί του υπέφεραν πολύ, διότι εξενύκτισαν εις τήν Αγίαν Παρασκευήν, όπου είναι η βρύσις καί έρχεται ο δρόμος από τού Καρδαρά διά τήν Αλωνίσταιναν. Η λύπη του ήτο μεγάλη, διότι έχασε τόν πολύτιμον γυναικάδελφόν του Δημήτριον Παπατσώνην, καί δι’ όλης τής νυκτός υπέφερε τήν λύπην καί τό κρύο. Ο Δημήτριος Πλαπούτας καί οι περί αυτόν εσκορπίσθησαν διά τάς κατοικίας των, καί έπειτα ήλθαν εις Μαγούλιανα, καί εις τό Διάσελον τής Αλωνίσταινας.

Εκ δέ τών Κορινθίων καί τών μισθωτών τού Ιωάννου καί Παναγιώτου Νοταρά, άν καί πρώτοι τών άλλων ετσακίσθησαν καί ετράπησαν εις φυγήν, όμως καί εξ αυτών πολλοί εχάθησαν. Έπεσε δέ αιχμάλωτος καί ο Δεσποτόπουλος, τόν οποίον ο Ιωάννης Νοταράς είχε γραμματικόν καί υπασπιστήν του εις τούς μισθωτούς Ρουμελιώτας. Εις τήν μάχην ταύτην εκτός τών άλλων, τούς οποίους ανωτέρω ανεφέραμεν, εφονεύθη καί ο περίφημος Κωνσταντής Τσιπλακόπουλος από τό χωρίον Χέλι τής Κορίνθου άνθρωπος μέ γράμματα καί δύναμιν εις τόν τόπον του ιδίαν καί πατρικήν. Είχεν ούτος πολλήν προθυμίαν καί πατριωτισμόν, καί ένεκα τών αρετών του τούτων ελέγετο τότε, ότι κατά τήν φυγήν εχθροί του Κορίνθιοι τόν εφόνευσαν.

Μετά παρέλευσιν δέ πολλού χρόνου ύστερον ο αιχμαλωτισθείς, ως είρηται, Δεσποτόπουλος απηλευθερώθη. Οι Τούρκοι, οι οποίοι τόν αιχμαλώτισαν δέν τόν εσκότωσαν, διότι εγνώριζε τήν γλώσσαν των, καί τούς ωμίλησεν. Ο Δεσποτόπουλος αγαπούσε νά φορή χρυσά καί πολυτελή ενδύματα, καί ήτο οπλισμένος μέ όπλα αργυρά πολύτιμα, έφερε δέ μαζύ του καί πολλά χρήματα. Όταν δέ οι Τούρκοι τόν εγύμνωσαν, έτυχε τότε νά περνά εκείθεν ο ίδιος Ιμβραήμ, όστις ιδών αυτόν, διέταξε τούς στρατιώτας του νά μή τόν φονεύσουν, αλλά όταν ήθελεν επιστρέψει εις Τριπολιτσάν νά τόν παρουσιάσουν πρός αυτόν. Αφού δέ οι στρατιώται, επανελθόντες εις τήν πόλιν, επαρουσίασαν αυτόν ενώπιον τού πασά, ούτος τόν εξήτασε, καί τόν ηρώτησε νά μάθη περί τών Ελλήνων πόσοι καί ποίοι ήσαν εις τά Τρίκορφα.

Αυτόν εγώ τόν Δεσποτόπουλον απολυθέντα τόν αντάμωσα έπειτα, καί παρ’ αυτού εβεβαιώθην περί πολλών πραγμάτων, τά οποία τότε συνέβησαν. Μοί διηγήθη δηλαδή όλας τάς λεπτομερείας τής μάχης εκείνης, καί ότι όλη η δύναμις τού Ιμβραήμ ήτο υπέρ τάς είκοσι χιλιάδες πολεμισταί, χωρίς τών δούλων καί τών αιχμαλώτων ότι πολλοί Ευρωπαίοι ήσαν διοικηταί εις τά διάφορα σώματα τού στρατού ότι ο πασάς είχε πολύν φόβον από τό στρατόπεδον τών Βερβαίνων, άν τούτο ήρχετο πρός βοήθειαν τών μαχομένων. Μάλιστα δέ είπε πρός τόν Δεσποτόπουλον, ότι εδώ ο Κολοκοτρώνης σας έσφαλε, μή διατάξας αυτούς νά πλησιάσουν καί νά καταλάβουν θέσιν κατά τά άλλα εκεί βουνά τού νερού, διότι ούτω ήθελε μού φέρει εμπόδιον καί πολύν περισπασμόν. Αυτός επίσης ο αιχμάλωτος μέ εβεβαίωσεν, ότι οι φονευθέντες Έλληνες ήσαν υπέρ τούς 500, ως ανωτέρω ανέφερα, διότι οι Τούρκοι έφεραν πρός τόν Ιμβραήμ πεντακόσια ζύγη αυτιά, καί έλαβαν παρά τούτου δώρα, μπαξίσι.

Ότι ο Ιμβραήμ άν δέν ενίκα τούς Έλληνας είχε σκοπόν νά αφήση τήν Τριπολιτσάν, διότι δέν εδύνατο νά έχη καθ’ εκάστην πόλεμον μέ τούς Τρικόρφοις, καί διότι ούτε τροφάς είχεν, ούτε πολεμεφόδια πολλά, ώστε νά εξακολουθή τόν πόλεμον. Είχε τριάκοντα ημέρας νά λάβη ειδήσεις από τά μεσσηνιακά φρούρια, καί αι τροφαί, τάς οποίας είχε διατάξει δέν τού είχαν εκείθεν σταλή. Έπειτα δέ είχε καί ανησυχίαν ο πασάς, ως έλεγεν, όταν έμαθεν, ότι οι εις Ύδραν φυλακισμένοι απελύθησαν, διότι ένεκα τούτου ολίγον εδειλίασε, νομίζων, ότι δέν θά δυνηθή νά καταβάλη τούς Έλληνας, καί ότι ο πόλεμος τού Φλέσσα εις τό Μανιάκι, άν καί ενίκησε, τού επροξένησε μεγάλην φθοράν, διότι εις τήν μάχην εκείνην τού εφονεύθησαν υπέρ τούς χιλίους στρατιώται καί πολλοί αξιωματικοί, διότι καί οι λαβωμένοι όλοι απέθαναν εις τά νοσοκομεία τών φρουρίων πάντοτε δέ ενθυμείτο καί δέν ελησμόνει τού Φλέσσα τήν παληκαριάν. Αυτά δέ όλα μοί είπε καί μοί τά εβεβαίωσεν, ως είρηται, ο Δεσποτόπουλος.

Τοιαύτη εγένετο η μάχη τών Ελλήνων καί τών Τούρκων εις τά Τρίκορφα. Η δέ ήττα τών Ελλήνων κατά τήν μάχην αυτήν έφερε τήν δειλίαν καί τήν απελπισίαν τών Πελοποννησίων, καί έκτοτε εσκορπίσθησαν, καί εις τό εξής δέν εδυνήθησαν οι αρχηγοί νά συγκεντρώσουν μεγάλα στρατιωτικά σώματα, καθώς πρότερον, καί νά πολεμήσουν τόν εχθρόν κατά πρόσωπον. Κατόπιν όμως ολίγον κατ’ ολίγον εξεφόβησαν, καί άρχισαν πάλιν νά συναθροίζωνται εις τά Μαγούλιανα, διότι εκεί κατά πρώτον επήγεν ο γενικός Αρχηγός καί τό αρχηγείον υπήρχε. Πολλοί δέ Έλληνες από τής πρώτης έως τής δευτέρας τού μηνός Ιουλίου ηθέλησεν νά καταλάβουν τό Διάσελον τής Αλωνίσταινας, καί εκείθεν εκαιροφυλάκτουν νά εκδικηθούν τούς Τούρκους δι’ όσα εις τά Τρίκορφα έπαθαν.»

Φωτάκος Παρουσίαση Κολοκοτρώνη

Η χαμένη μάχη στα Τρίκορφα έμεινε στην Ιστορία ως αποτέλεσμα έλλειψης συντονισμού, έλλειψης πειθαρχίας και έλλειψης υπακοής στις προσταγές τού Γενικού Αρχηγού. Ένα σχέδιο καθαρά επιθετικό μετετράπη σε αδύναμο αμυντικό.

Ας θυμηθούμε και ας τιμήσουμε τους πεσόντες στην ηρωϊκή μάχη.

2594_x


Νεκροί ΚΑΠΕΤΑΝΑΙΟΙ

  1. Αλεξανδρόπουλος Γιάννης
  2. Ασημακόπουλος Θεοδωράκης
  3. Γιάννος
  4. Γρίβας Γιάννης
  5. Δημητρακόπουλος Αναγνώστης
  6. Δημητρακόπουλος Γεώργιος
  7. Καλόγερος Ρουμελιώτης
  8. Καπόγιαννης
  9. Κίτσιος
  10. Μάντης Χριστόδουλος
  11. Μαριολόπουλος Γεώργιος
  12. Μαριολόπουλος Πολυχρόνης
  13. Μπούρας Κώστας
  14. Νικόπουλος Πάϊκος
  15. Νοταράς Γιάννης
  16. Παναγούλιας Χρήστος
  17. Παπαδόπουλος Απόστολος
  18. Παπακοιός Θανάσης
  19. Παπανάγου Αποστόλης
  20. Παπασταθόπουλος Αναγνώστης
  21. Παπασταθούλης
  22. Παπατσώνης Δημήτρης
  23. Ροζής Θεόδωρος
  24. Σπύρου Παναγιώτης
  25. Ταμπακόπουλος Νικολής
  26. Τσιπλακόπουλος Κωσταντής


Νεκροί ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΙ Α΄, Β΄, Γ΄ ΤΑΞΕΩΣ

  1. Αναγνωστόπουλος
  2. Αυγερινός Γεώργιος
  3. Δαμιανός (Ιερομόναχος)
  4. Δημητρούλιας Κωνσταντίνος
  5. Ιερέας από Στρέζοβα
  6. Κλαδούρης Μητρούσης
  7. Κλαδούρης μικρανιψιός
  8. Κλαδούρης Προκόπης
  9. Κόντος Λάμπρος
  10. Κωτσάκης Γεώργιος
  11. Παγκράτιος (Ιερομόναχος)
  12. Παπαηλιόπουλος Αθανάσιος
  13. Παπαηλιόπουλος Νικόλαος
  14. Προύντζος Δημήτρης
  15. Προύντζος Νικόλαος
  16. Στάθης από Δυρράχι


Οι νεκροί ΟΠΛΙΤΕΣ εκατοντάδες!

2595_x
ΜΝΗΜΕΙΟ ΠΕΣΟΝΤΩΝ ΕΙΣ ΜΑΧΗΝ ΤΡΙΚΟΡΦΩΝ

Μόνο στο Ταμπούρι τού Γενναίου έπεσαν 270!!

Ο Κανέλλος Δεληγιάννης στα απομνημονεύματά του αναφέρει συνολικά 677 αγωνιστές που έπεσαν στην μάχη των Τρικόρφων.

ΠΗΓΕΣ

agiasofia.com

mantis

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s