Προεδρική Φρουρά: Θεματοφύλακας Ιστορικής Μνήμης στο Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη

004

Η συγγραφή του παρόντος κειμένου αποσκοπεί στο να αναδειχτούν οι νοητές ιστορικές αναπαραστάσεις που προκαλούν καθημερινά οι Εύζωνοι της Προεδρικής Φρουράς στο Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη, στο Σύνταγμα. Αρχικά, περιγράφεται το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη, ως αφύπνιση της ιστορίας και της δημοκρατίας, με τους συμβολισμούς που αναπαράγει. Στη συνέχεια, παρουσιάζεται η ίδρυση της Προεδρικής Φρουράς και οι Εύζωνοι που φυλάσσουν το Μνημείο. Η σύνδεση των στολών τους με συγκεκριμένες ιστορικές περιόδους στοχεύει στην ανάκληση της ιστορικής μνήμης. Συγκεκριμένα, η κάθε ενδυμασία του Εύζωνα η εθνική ενδυμασία με τη φέρμελη και τη φουστανέλα, ο χειμερινός ντουλαμάς του Μακεδονομάχου, ο θερινός ντουλαμάς των Βαλκανικών Πολέμων, η κρητική στολή και η ποντιακή στολή– ταξιδεύει νοερά τον επισκέπτη στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης, του Μακεδονικού Αγώνα, των Βαλκανικών Πολέμων, της Μικρασιατικής Εκστρατείας, των Α ́ και Β ́ Παγκοσμίων Πολέμων, αλλά και των αγώνων της νησιωτικής Ελλάδας, ιδιαίτερα των Κρητικών για να ενωθούν με την μητέρα Ελλάδα και των Ποντίων, ως ανάμνηση των αλησμόνητων χαμένων πατρίδων. Τέλος, επιδιώκεται να επισημανθεί η σημασία του πολιτισμού στη συνείδηση ενός λαού αλλά και της πολυπολιτισμικής συνύπαρξης των λαών στις σύγχρονες πόλεις της παγκοσμιοποίησης.

0010

Μνημείο Αγνώστου Στρατιώτη στο Σύνταγμα
Ήδη από την ελληνική αρχαιότητα αναγνωρίζεται ότι φύση και άνθρωπος συνυπάρχουν ως αυτόνομες οντότητες, με υλική και αφηρημένη διάσταση στο χώρο. Ειδικότερα, το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη αποτελεί σημείο πραγμάτωσης μιας ανθρώπινης δραστηριότητας, η οποία αναπαράγει την αφηρημένη σχέση του τόπου και της ιστορίας με τα άτομα, τονίζοντας τη συμβολή του χώρου στη διαμόρφωση της πολιτισμικής ταυτότητας. Ως εκ τούτου, γίνεται αντιληπτό ότι στην καθημερινή ζωή, η γεωγραφία της πόλης, η ιστορική της μνήμη και η κοινωνική δυναμική της, βρίσκονται σε μια διαρκή σχέση αλληλεπίδρασης.

Η ανέγερση του μνημείου του Αγνώστου Στρατιώτη λίγα χρόνια μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή αποσκοπούσε τόσο στην ενίσχυση της εθνικής σημασίας που σηματοδοτεί ο θάνατος για την υπεράσπιση της πατρίδας όσο και στην ανάδειξη της ιστορικής συνέχειας του νέου ελληνικού κράτους με το αρχαιοελληνικό κλασικό παρελθόν. Η χωροθέτηση του στην πλατεία Συντάγματος (Πλατεία των Παλαιών Ανακτόρων) επιλέχθηκε στις αρχές του 1926. Ωστόσο, η κατασκευή του Μνημείου του Αγνώστου Στρατιώτη εγκρίθηκε το 1928 από το υπουργικό συμβούλιο με ανάθεση του έργου στον αρχιτέκτονα Εμμανουήλ Λαζαρίδη.
Το σχέδιο του μνημείου συνιστά κορυφαίο πολιτισμικό υπόδειγμα του μοντέρνου κλασικισμού. Είναι κατασκευασμένο από λαξευμένους πωρόλιθους, έχει ανάλημμα σχήματος «Π», με δύο πλευρικές κλίμακες. Στο κέντρο του ημικυκλίου αναπαριστάται ένας κενός τάφος – σαρκοφάγος, όπου κείτεται ένας πολεμιστής, ο οποίος κρατάει κυκλική ασπίδα και φοράει στο κεφάλι αρχαίο κράνος. Το σώμα του αποδίδεται από τον καλλιτέχνη με τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι είναι ζωντανό και έτοιμο να σηκωθεί για να συνεχίσει τη μάχη με τον εχθρό. Στους πελεκητούς πωρόλιθους του τοίχου είναι χαραγμένα ονόματα τόπων των ενδοξότερων και πολύνεκρων μαχών. Τα αποκαλυπτήρια του μνημείου έγιναν στις 25 Μαρτίου 1932.

002

Ιστορικός αναστοχασμός για το Σύνταγμα της Ελλάδας
Η εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843 στην πλατεία των Παλαιών Ανακτόρων, αποσκοπούσε στη διεκδίκηση παραχώρησης Συντάγματος από τον Βασιλιά Όθωνα, ώστε η Ελλάδα να προβάλει την πολιτική και πολιτιστική ωριμότητά της και να ενταχθεί στο ευρωπαϊκό πολιτισμικό και πολιτικό γίγνεσθαι, μέσω της θεσμικής κατοχύρωσης, της οργάνωσης της κρατικής εξουσίας, της διάκρισης των εξουσιών και της προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων. Επομένως, η θέση αυτή ήταν η καταλληλότερη για το μνημείο, καθώς βρισκόταν μπροστά από την Πλατεία των Παλαιών Ανακτόρων, η οποία μετεξελίχθηκε σε Βουλή των Ελλήνων, εστία της δημοκρατίας. Αν και οι θεσμικές αλλαγές που επιτεύχθηκαν ήταν περιορισμένης πολιτικής σημασίας, καθώς στην άσκηση της νομοθετικής, εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας, η έγκριση του βασιλιά ήταν απαραίτητη, ωστόσο, το Σύνταγμα εμπεριείχε και δημοκρατικά στοιχεία: την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου, την εγγύηση της ατομικής ελευθερίας, της ελευθερίας του Τύπου και του συνεταιρίζεσθαι, καθώς και τη μη αναγνώριση της δουλείας στην Ελλάδα.

Με αφορμή το Σύνταγμα του 1843, αξίζει να παρουσιαστεί μια συνοπτική αναδρομή στα Συντάγματα του Αγώνα για τα οποία, αν και υπάρχουν επιφυλάξεις για την αντιπροσωπευτικότητα και το αδιάβλητο των διαδικασιών κατάρτισής τους, εντούτοις ξεχώρισαν για τον ανοιχτό και δημοκρατικό τρόπο σύνταξής τους. Τα
Συντάγματα αναγνώριζαν ως πηγή εξουσιών το «έθνος»λαό, άμεσα σύμφωνα με το άρθρο 5 του Συντάγματος της Τροιζήνας και έμμεσα με τις προβλεπόμενες εκλογικές διαδικασίες. Οι συνταγματικές ρυθμίσεις, από τα γαλλικά συντάγματα του 1793 και 1795 και του αμερικανικού του 1787, σχετικά με την οργάνωση και τις ατομικές ελευθερίες, καθόρισαν τη διαμόρφωσή τους.

Συγκεκριμένα, τα Συντάγματα του Αγώνα, ενώ είχαν προβλήματα στην εφαρμογή τους, ήταν μεγάλης παιδευτικής και ιδεολογικής αξίας και καθόρισαν την ανάπτυξη των πολιτικών ρευμάτων στην ανεξάρτητη Ελλάδα. Τέλος, η πλατεία – μνημείο προσδίδει στον χώρο ένα θεατρικό χαρακτήρα, καθώς το μνημείο και η αλλαγή φρουράς των Ευζώνων αποτελούν καθημερινό θέαμα για τους επισκέπτες, που παρατάσσονται περιμετρικά για τη θέασή του. Έτσι, εξασφαλίζεται με επιτυχία η σύνδεση του χώρου του μνημείου με τη συλλογική βιωματική εμπειρία, μέσω των ιστορικών αναπαραστάσεων.

0014

Η Προεδρική Φρουρά
Το Στρατόπεδο της Προεδρικής Φρουράς βρίσκεται στην οδό Ηρώδου Αττικού 2, κοντά στο Προεδρικό Μέγαρο. Ονομάζεται Στρατόπεδο «Γεωργίου Τζαβέλα»,προς τιμήν του Σουλιώτη οπλαρχηγού, ήρωα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Η Προεδρική Φρουρά ιδρύθηκε στις 12 Δεκεμβρίου του 1868, με την αρχική ονομασία «Άγημα», ως στράτευμα αυθύπαρκτο, τμήμα του μόνιμου στρατού, προορισμένο αποκλειστικά να προσφέρει τις υπηρεσίες του στον βασιλιά. Επιθυμία του Βασιλιά Γεώργιου Α ́ ήταν η άριστη στρατιωτική εκπαίδευση των υπαξιωματικών που διακρίνονταν για τη στρατιωτική τους αρετή, ώστε να αποτελέσει υπόδειγμα εκπαίδευσης για τον υπόλοιπο στρατό. Με Βασιλικό Διάταγμα του 1914, ορίζεται ως Ανακτορική Φρουρά, με στράτευμα αποτελούμενο από εθελοντές, οι οποίοι είχαν υπηρετήσει στον στρατό. Το 1929, έτος ολοκλήρωσης των έργων του Μνημείου του Αγνώστου Στρατιώτη, η Προεδρική Φρουρά μετασχηματίζεται σε ανεξάρτητο τιμητικό λόχο Ευζώνων υπό την ονομασία «Λόχος Φρουράς Προέδρου της Δημοκρατίας», ώστε να αναλάβει τη φύλαξή του. Ωστόσο, οι μετονομασίες της Προεδρικής Φρουράς συνέχισαν να διαδέχονται η μία την άλλη, «Λόχος Βασιλικής Φρουράς» (1940), «Τιμητική Φρουρά του Αγνώστου Στρατιώτη» (1941), «Φρουρά Σημαίας», «Ανακτορική» και «Βασιλική Φρουρά», με υποχρέωση την τιμητική φύλαξη των ανακτόρων και του Μνημείου του Αγνώστου Στρατιώτη. Τέλος, το 1974, με την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, ονομάζεται οριστικά πλέον «Προεδρική Φρουρά» και υπάγεται στο Στρατιωτικό Γραφείο της Προεδρίας της Δημοκρατίας,αποκτώντας καθαρά τελετουργικό χαρακτήρα.
Οι Εύζωνοι της Προεδρικής Φρουράς φυλάσσουν, καθημερινά, όλο το εικοσιτετράωρο, το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη, το Προεδρικό Μέγαρο και την πύλη του στρατοπέδου της Προεδρικής Φρουράς. Κάθε Κυριακή πρωί, άγημα Ευζώνων παρελαύνει από την Προεδρική Φρουρά στο Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη. Επίσης, τελούν στον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης, την έπαρση και υποστολή της σημαίας τις Κυριακές και τις επίσημες αργίες. Αποδίδουν τιμές στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, αλλά και κατά την υποδοχή Προέδρων και πρεσβευτών ξένων κρατών. Συμμετέχουν σε εορταστικές εθνικές εκδηλώσεις στο εσωτερικό και το εξωτερικό: Εθνική Επέτειος της 25ης Μαρτίου, Απελευθέρωση Ιωαννίνων, Έξοδος του Μεσολογγίου, εορτασμός της 25ης Μαρτίου στις ΗΠΑ –προσκεκλημένοι από τις οργανώσεις των ομογενών–, καθώς και επετειακές εκδηλώσεις σε άλλες χώρες (Ουγγαρία, Ρίμινι Ιταλίας, κ.ά.). Τέλος, υποδέχονται το Άγιο Φως από τα Ιεροσόλυμα.
Οι αξιωματικοί της Προεδρικής Φρουράς είναι μόνιμα στελέχη του Στρατού Ξηράς, ωστόσο, υπηρετούν εκεί για περιορισμένο χρονικό διάστημα. Οι Εύζωνοι είναι κληρωτοί στρατιώτες, οι οποίοι πληρούν συγκεκριμένες προϋποθέσεις: ανάστημα 1.87, άριστη ψυχοπνευματική κατάσταση, χαρακτήρα και ήθος, άριστη σωματική διάπλαση, καθώς και πίστη προς την αποστολή του Εύζωνα. Για την εκπλήρωση των ειδικών καθηκόντων τους υφίστανται ειδική εκπαίδευση.

002

Ο Εύζωνας και η εθνική ενδυμασία
Ο Εύζωνας, ως σύμβολο του ελληνικού στρατού, φέρει την στολή των κλεφτών και αρματολών,21 οι οποίοι αποτέλεσαν τον πρώτο ένοπλο πυρήνα του γένους για εθνική ανεξαρτησία, καθώς κατά την κήρυξη της Ελληνικής Επανάστασης,δεν υπήρχε οργανωμένος τακτικός στρατός. Η εθνική ενδυμασία «λευκή στολή»– του Εύζωνα συνδέει ιστορικά και ενδυματολογικά την ελληνική αρχαιότητα με τα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης και της σύστασης του ελληνικού κράτους, με κύρια χαρακτηριστικά: τη ζώνη η οποία δηλώνει τον «καλά – ζωσμένο» μαχητή και το πολύπτυχο κοντό ένδυμα, εξέλιξη του οποίου είναι η φουστανέλα.Ο ελαφρύς οπλισμός, και κατ’ επέκταση η ευκινησία των Ευζώνων, ανακαλεί στη μνήμη τους «ψιλούς» μαχητές της Αρχαίας Ελλάδας, οι οποίοι έφεραν ελαφρά ασπίδα, ακόντιο, σφενδόνη ή τόξο.

Ως εκ τούτου, στη νεότερη εποχή Εύζωνοι ονομάστηκαν οι φέροντες ελαφρύ οπλισμό, οι απαλλαγμένοι από βαρύ φορτίο (αποσκευές).24 Με βάση το Βασιλικό Διάταγμα του 1940 «Περί ιματισμού των οπλιτών Λόχου Βασιλικής Φρουράς», η ευζωνική στολή αποτελούνταν αλλά και αποτελείται, μέχρι τις ημέρες μας, από την κεντημένη φέρμελη, την φουστανέλα, τον υποδήτη (πουκάμισο), τα κυανόλευκα μεταξωτά κρόσσια –σύμβολο της ελληνικής σημαίας–, τις λευκές περικνημίδες, τους μεταξωτούς κνημιδοδέτες ή επικνημίδες (καλτσοδέτες, μαύρες για τους Εύζωνες και γαλάζιες για τους αξιωματικούς), τις περισκελίδες (κοντό παντελόνι), τις λευκές ολόμαλλες κάλτσες –φοριούνται δύο σε κάθε πόδι, για τελειότερη εφαρμογή–, οι οποίες συγκρατιούνται από μια εσωτερική δερμάτινη ζώνη και τα τσαρούχια.
Ειδικότερα, το κόκκινο φάριο με το μαύρο μεταξωτό θύσανο, συμβολίζει τις θυσίες, το αίμα των αγωνιστών καθώς και το πένθος και τα δάκρυα τους, στον αγώνα ενάντια των Τούρκων κατακτητών.  Η μεν χειροποίητη, κεντημένη φέρμελη των Ευζώνων φέρει στα κεντήματά της τα σύμβολα – «Ω», «Χ Ο» (Χριστιανός Ορθόδοξος) και το κυπαρισσάκι του Μυστρά – τα οποία συνδέουν, υπό τη βυζαντινή επίδραση, την εθνική με την χριστιανική ιδέα. Το ίδιο ισχύει για τη φέρμελη και τις περικνημίδες (τουζλούκια) των αξιωματικών, όπου κυριαρχεί το πορφυρό χρώμα και το χρυσό κέντημα, στοιχεία που παραπέμπουν στα βυζαντινά ενδύματα. Το άσπρο χρώμα του υποδήτη και της φουστανέλας συμβολίζουν την αγνότητα του ελληνικού αγώνα για εθνική ανεξαρτησία, ενώ οι τετρακόσιες πτυχές της φουστανέλας, υποδηλώνουν σημειολογικά τα χρόνια της ελληνικής σκλαβιάς υπό τους Τούρκους.Επισημαίνεται ότι η φουστανέλα των αξιωματικών είναι μακρύτερη, ενώ ο γιακάς στον υποδήτη, η περισκελίδα (κόκκινο, μακρύ παντελόνι) καθώς και τα στιβάλια (κόκκινα μποτάκια) προφανώς αποτελούσαν δυτικές επιρροές, καθώς οι έμπειροι οπλαρχηγοί των «Κλέφτικων Σωμάτων» είχαν υπηρετήσει στον Βρετανικό Στρατό των Ιονίων Νήσων.Τα τσαρούχια είναι χειροποίητα από σκληρό κόκκινο δέρμα, Ζυγίζει περίπου τρία κιλά το ζευγάρι, καθώς το κάθε τσαρούχι είναι οπλισμένο με εξήντα καρφιά και πέταλο. Η παράδοση λέει ότι στη μαύρη φούντα των τσαρουχιών κρύβονταν λεπίδες, χρήσιμες στη μάχη κατά του εχθρού.Την κατασκευή της ευζωνικής στολής, πραγματοποιούν ειδικοί τεχνίτες ελληνοράπτες (ράπτες ελληνικών ενδυμάτων) και τσαρουχοποιοί, στα παραδοσιακά εργαστήρια,που διατηρούνται στο στρατόπεδο της Προεδρικής Φρουράς.
Οι Εύζωνοι φέρουν οπλισμό Μ1 Garrand, όπλο δύσκολου χειρισμού (βάρους 4.300 Kgr), καθώς πρέπει να προκαλείται θόρυβος κατά την «επ’ ώμου» κίνηση. Η ξιφολόγχη είναι αναρτημένη στο όπλο, κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας και στις παρελάσεις. Οι αξιωματικοί φέρουν ως όπλο πιστό αντίγραφο του σπαθιού των οπλαρχηγών του 1821.

006

Ταξίδι στην Ελληνική Ιστορία
Η Συνθήκη Κιουτσούκ – Καϊναρτζή (Ιούλιος, 1774) υπογράφτηκε μεταξύ Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και Ρωσίας και επέτρεπε στα ελληνικά πλοία να ταξιδεύουν με ρωσική σημαία. Έτσι, συνέβαλε στην ανάπτυξη του Ελληνικού Εμπορικού Ναυτικού και έθεσε υπό τη ρωσική προστασία τους Ορθοδόξους λαούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, προσδίδοντας στην Ορθόδοξη Εκκλησία καθοριστικό ρόλο για την προετοιμασία της ελληνικής εθνεγερσίας.Παράλληλα, η αστική τάξη και οι διανοούμενοί της ίδρυσαν στην Ελλάδα λογοτεχνικές εταιρείες, με πρόσχημα την πολιτιστική ανάπτυξή της αλλά με απώτερο σκοπό την προετοιμασία της Ελληνικής Επανάστασης. Η σπουδαιότερη από αυτές τις εταιρείες ήταν η Φιλική Εταιρεία (1814). Τον Μάρτιο του 1821 ο Δικαίος Παπαφλέσσας και μέλη της Φιλικής Εταιρείας κήρυξαν την Επανάσταση στην Πελοπόννησο, τα κοντινά νησιά και την Στερεά Ελλάδα. Τον Ιανουάριο του 1822 στην Α ́ Εθνοσυνέλευση στην Αρχαία Επίδαυρο κηρύχθηκε η Ανεξαρτησία της Ελλάδας, δικαιώνοντας την Επανάσταση.

Ο Εύζωνας και η Ελληνική Επανάσταση

004
Αξιωματικός του Τακτικού Στρατού, 1825

Στις 23 Απριλίου του 1822, συγκροτήθηκε με θέσπισμα ένα σύνταγμα πεζικού, με δύο τάγματα των πέντε λόχων έκαστος. Ωστόσο, η οικονομική αδυναμία (Ιούλιος,1824) οδήγησε στη συγκρότηση ενός τάγματος πεζικού με έξι λόχους, ένας εκ των οποίων ήταν των Ευζώνων, ντυμένων ομοιόμορφα με την εθνική ενδυμασία. Στη Β ́ Εθνοσυνέλευση στο Άστρος της Κυνουρίας (Μάρτιος, 1823) αναζωπυρώθηκε ο εμφύλιος πόλεμος μεταξύ των Ελλήνων, κλονίζοντας τη συμμαχία των προκρίτων. Η επιτυχία όμως της Ελληνικής Επανάστασης (1821-1824) και η αντίσταση των Ελλήνων είχαν ήδη εμπνεύσει ένα ισχυρό ευρωπαϊκό κίνημα φιλελληνισμού, που υποχρέωσε τις τρεις δυνάμεις (Γαλλία, Αγγλία, Ρωσία) –αντίπαλες στο Ανατολικό Ζήτημα– να συμβιβαστούν, ώστε να επιλύσουν με διακανονισμό το ελληνικό πρόβλημα.
Η κυβέρνηση Καποδίστρια, που ορίστηκε με την Εθνοσυνέλευση στην Τροιζήνα (1827), αποτέλεσε την πρώτη σοβαρή προσπάθεια διοργάνωσης του ελληνικού κράτους. Προτεραιότητα του Καποδίστρια (1828-1831) ήταν η ανασύνταξη και αναδιοργάνωση του τακτικού στρατού, μετασχηματίζοντας τα άτακτα Σώματα σε «αεικίνητα». Συγκρότησε οκτώ χιλιαρχίες, ώστε να αποκαταστήσει την τάξη σε όλο το κράτος. Το 1829, αντικατέστησε την στρατιωτική δομή των χιλιαρχιών με δεκατρία ελαφρά ή εύζωνα τάγματα –πιστά προς αυτόν– τα οποία έφεραν την ελληνική εθνική ενδυμασία, σε αντίθεση με τον Βαυαρό Συνταγματάρχη Έυδεκ, ο οποίος είχε καθιερώσει για το υπόλοιπο στράτευμα μια ευρωπαϊκή στολή, παρόμοια με του γαλλικού στρατού.Κατά τη διακυβέρνηση του Καποδίστρια, αναγνωρίστηκε η αυτονομία της Ελλάδας (Συνθήκη της Αδριανούπολης, 1829), ενώ κηρύχθηκε ανεξάρτητο κράτος υπό κληρονομική μοναρχία τον Φεβρουάριο του 1830 (Νέο Πρωτόκολλο του Λονδίνου). Ωστόσο, η Πύλη αναγνώρισε την ανεξαρτησία του ελληνικού κράτους με τη Συνθήκη του Λονδίνου μόλις το Μάιο του1832.

Ο χειμερινός ντουλαμάς και ο Μακεδονικός Αγώνας (1904-1908)

Ο12Ο χειμερινός, βαθυκύανος ντουλαμάς –στολή του Μακεδονικού Αγώνα– πιστοποιείται ως ένδυμα του Εύζωνα με την αναφορά του σε Βασιλικό Διάταγμα του 1940 για την κατασκευή του ιματισμού των Ευζώνων.
Σήμερα, φοριέται από τους Εύζωνες τις καθημερινές, κατά τη χειμερινή περίοδο. Ιστορικά, το Συνέδριο του Βερολίνου (Ιούλιος, 1878),αποτέλεσε σταθμό για το Ανατολικό Ζήτημα, καθώς η Γερμανία εμφανίστηκε ως νέος ανταγωνιστής στο συσχετισμό των δυτικών δυνάμεων. Αιτία αποτέλεσε η εκβιομηχάνισή της και σκοπός της ήταν να διεισδύσει οικονομικά στην Ανατολή, εκτοπίζοντας την Αγγλία και τη Γαλλία.
Έτσι, υποχώρησε ο αγγλορωσικός ανταγωνισμός και ενισχύθηκε ο αγγλογερμανικός, ενώ ο σλαβικός και ο ελληνικός παράγοντας απέκτησαν μεγαλύτερη σπουδαιότητα στην αγγλική εξωτερική πολιτική. Παράλληλα, η Μακεδονία αναδείχθηκε σε γεωγραφικό κέντρο του Ανατολικού Ζητήματος για την ώθηση προς την Ανατολή της Πρωσίας. Ως εκ τούτου, η Μακεδονία εξελίχθηκε στον κύριο αντικειμενικό σκοπό της εθνικής πολιτικής των γειτονικών βαλκανικών λαών (Ελλάδα, Σερβία, Βουλγαρία, Ρουμανία). Το 1885, η πραξικοπηματική προσάρτηση της Ανατολικής Ρωμυλίας –νότιες επαρχίες της Αδριανούπολης και Σέρρες– στο Βουλγαρικό κράτος αποτέλεσε αιτία για την κήρυξη επιστράτευσης. Ο Ελληνικός Στρατός κατευθύνθηκε προς τα ελληνοτουρκικά σύνορα Θεσσαλίας – Μακεδονίας, με σκοπό την κήρυξη πολέμου εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τη διεκδίκηση εδαφικών αποζημιώσεων. Στη Βουλγαρία ιδρύθηκε το «Ανώτατο Κομιτάτο» (1895), το οποίο με την έντονη δράση του επιδίωξε την προσάρτηση όλης της Μακεδονίας.Σημαντικό γεγονός αποτέλεσε η επανάσταση του Ήλι Ντεν (Ημέρα του Προφήτη Ηλία) στη Δυτική Μακεδονία (Ιούλιος, 1903), η οποία αποσκοπούσε στη δημιουργία μιας αυτόνομης βουλγαρικής Μακεδονίας, προστάτη του χρι-στιανικού πληθυσμού της περιοχής.Στην Ελλάδα, η αποτυχημένη έκβαση του Ελληνοτουρκικού Πολέμου του 189746 και η βουλγαρική δράση εξόντωσης του ελληνικού πληθυσμού στη Μακεδονία, κατέδειξαν την αναγκαιότητα αναδιοργάνωσης του ελληνικού στρατού. Ο Οργανισμός του Στρατού, που ιδρύθηκε το 1904, καθόρισε την εξέλιξη του Μακεδονικού Αγώνα, καθώς αναχαίτισε τη βουλγαρική επέκταση και εξασφάλισε την επιβίωση του ελληνισμού στην Μακεδονία. Το Μακεδονικό Κομιτάτο στην Αθήνα όρισε τον Ανθυπολοχαγό Πυροβολικού Παύλο Μελά (Μίκη Ζέζα), ως αρχηγό των αντάρτικων σωμάτων στη Δυτική Μακεδονία. Τον Αύγουστο του 1904, διήλθε την ελληνοτουρκική μεθόριο (Οξυνεία Καλαμπάκας) για να καταδιώξει τη βουλγαρική ένοπλη δραστηριότητα. Ωστόσο, τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου, κυκλώθηκε από τουρκικό απόσπασμα –πιθανόν από προδοσία του Βουλγαρικού Κομιτάτου– όπου και τραυματίστηκε θανάσιμα στο χωριό Στάτιστα (Μελάς) Κορεστίων. Η θυσία του σηματοδοτήθηκε ως σύμβολο του αγώνα για την απελευθέρωση της Μακεδονίας.Τον Ιούλιο του 1908, η Φιλελεύθερη Επανάσταση των Νεοτούρκων, στην Τουρκία αποκατέστησε το συνταγματικό καθεστώς και εκθρόνισε τον Αβδούλ Χαμίτ.
Η προκήρυξη  εκλογών στην Τουρκία για τον σχηματισμό Βουλής και η παροχή αμνηστίας στους αντάρτες, δημιούργησε την εντύπωση σε Έλληνες και Βουλγάρους ότι το θέμα τους θα επιλυόταν.Ωστόσο, η νίκη των Νεοτούρκων σφραγίστηκε και με διώξεις, κλείσιμο σχολείων και μέτρα καταπίεσης εναντίον των χριστιανών της Μακεδονίας και της Θράκης. Η επικίνδυνη δράση τους εξανάγκασε τις διάφορες εθνότητες να αναζητή- σουν κοινή βάση συμβιβασμού, με άμεση συνέπεια τη διακοπή του Μακεδονικού Αγώνα.

Ο θερινός ντουλαμάς και οι ΒαλκανικοΙ Πόλεμοι (1912-1913)

013Το 1929, ο χακί ντουλαμάς –με μεταλλικά κουμπιά,κωδωνοειδές σχήμα και πτυχές στο κάτω μέρος–, αναφέρεται ως στολή των Ευζώνων σε Προεδρικό Διάταγμα.Σήμερα, ο χακί, ντουλαμάς, στολή των Βαλκανικών Πολέμων, φοριέται κατά τη θερινή περίοδο. Τη χρονική περίοδο, από το κίνημα στου Γουδή (1909) έως τους Βαλκανικούς Πολέμους, ο Ελληνικός Στρατός αναγεννήθηκε και οργανώθηκε σε δώδεκα Συντάγματα Πεζικού και έξι Τάγματα Ευζώνων. Κάθε Τάγμα Ευζώνων είχε τέσσερις λόχους και δύο ουλαμούς πολυβόλων. Μετά την αποτυχία του Ελληνοτουρκικού Πολέμου το 1897, τη δράση των Βουλγάρων Κομιτατζήδων στη Μακεδονία και του κινήματος των Νεοτούρκων (1908), η λύση του πολέμου εξακολουθούσε να αντιμετωπίζεται ως η βασικότερη μέθοδος επίλυσης των εθνικών ζητημάτων. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος κλήθηκεν στην Ελλάδα από τα μέλη του Στρατιωτικού Συνδέσμου και με εκλογές στις 28 Νοεμβρίου 1910 ανέλαβε την πρωθυπουργία. Με την αναθεώρηση του Συντάγματος επιδίωξε την κατοχύρωση των ατομικών δικαιωμάτων και την προαγωγή ενός κράτους δικαίου, προβαίνοντας σε αλλαγές στην οργανωτική δομή της πολιτείας.Επίσης, με νόμο δημιούργησε τη θέση του Γενικού Επιθεωρητή Στρατού, ο οποίος σε περίπτωση πολέμου θα αναλάμβανε και την Αρχιστρατηγία. Oι δύο Βαλκανικοί Πόλεμοι πραγματοποιήθηκαν μεταξύ των ετών 1912-1913. Ο πρώτος, με συμμάχους Ελλάδα, Σερβία, Βουλγαρία και Μαυροβούνιο εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αποτελούσε συνέχεια των αγώνων των βαλκανικών λαών για την απελευθέρωσή τους από τον τουρκικό ζυγό. Ο δεύτερος, διενεργήθηκε από τη Βουλγαρία ενάντια στη συμμαχία Ελλάδας-Σερβίας.

Α ́ Βαλκανικός Πόλεμος (Οκτώβριος 1912- Μάιος 1913)
Τον Φεβρουάριο του 1912 υπογράφηκε μυστική σερβοβουλγαρική συνθήκη φιλίας και συμμαχίας με σκοπό να αντιμετωπίσει την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ενώ τον Απρίλιο υπογράφηκε και στρατιωτική συνεργασία. Αν και υπήρχαν δυσκολίες στις διαπραγματεύσεις Βουλγαρίας-Ελλάδας, τελικά η Ελλάδα σύναψε συνθήκη αμυντικής συμμαχίας και στρατιωτικής συνεργασίας και με τη Βουλγαρία. Το φθινόπωρο του ίδιου έτους, τα βαλκανικά κράτη (Ελλάδα, Βουλγαρία, Σερβία, Μαυροβούνιο) ενώ δεν είχαν υπογράψει κοινό αμυντικό σύμφωνο, ωστόσο συνενώθηκαν ενάντια στην απειλή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στις 4 Οκτωβρίου, η Πύλη κήρυξε τον πόλεμο ενάντια στη Σερβία και τη Βουλγαρία. Η ελληνική κυβέρνηση με τη συναίνεση του Αρχιστρατήγου, Διαδόχου Κωνσταντίνου αποφάσισε τη συμμετοχή της Ελλάδας στον πόλεμο ενάντια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και κήρυξε επιστράτευση. Ο Κωνσταντίνος με το ελληνικό στράτευμα διέσπασαν το θεσσαλικό μέτωπο του Σαρανταπόρου, ενώ με τη νικηφόρα μάχη των Γιαννιτσών εξασφάλισε την έγκυρη προώθηση του ελληνικού στρατεύματος προς τη Θεσσαλονίκη, με αποτέλεσμα στις 26 Οκτωβρίου 1912, το ανατολικό απόσπασμα Ευζώνων να εισέλθει στη Θεσσαλονίκη. Ο Τούρκος στρατιωτικός διοικητής προέβη σε άμεση συνθηκολόγηση παραδίδοντας την πόλη. Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, μήλο της έριδος των βαλκανικών κρατών, κατέστησε την ελληνική πλευρά ως τον μεγάλο κερδισμένο. Το τμήμα Στρατιάς της Ηπείρου, στο οποίο συμπεριλαμβάνονταν τέσσερα τάγματα Ευζώνων υπό τον Υποστράτηγο Κωνσταντίνο Σαπουντζάκη, είχε στόχο την απελευθέρωση των Ιωαννίνων. Μετά τις μάχες στην πεδιάδα της Άρτας (αρχές
Οκτωβρίου 1912), την κατάληψη της Πρέβεζας (21 Οκτωβρίου) και τις σκληρές μάχες των Πέντε Πηγαδιών (24 Οκτωβρίου) και των Πεστών (29 Νοεμβρίου), ο Ελληνικός Στρατός έφθασε στην οχυρωμένη περίμετρο των Ιωαννίνων, στο Μπιζάνι. Ωστόσο, οι ανεπιτυχείς προσπάθειες για την κατάληψη του οχυρού (αρχές Δεκεμβρίου 1912 – αρχές Ιανουαρίου 1913) οδήγησαν στην αντικατάσταση του Σαπουντζάκη από τον Κωνσταντίνο. Η επίθεση στις 20 Φεβρουαρίου του 1913 και η τολμηρή διείσδυση του 1ου Συντάγματος Ευζώνων, αποτέλεσε την τελευταία καθοριστική μάχη για την κατάληψη της πόλης των Ιωαννίνων, την οποία παρέδωσεο Τούρκος διοικητής της. Πρόδηλα, η καταστροφή των τηλεφωνικών γραμμών από τους Εύζωνες καθόρισε το αποτέλεσμα, καθώς συνέβαλε στην παραπλάνηση και τον αιφνιδιασμό της τουρκικής Διοίκησης. Με την επικύρωση της Συνθήκης ου Λονδίνου στις 17 Μαΐου 1913, κατοχυρώθηκε η θέση των Ελλήνων ανάμεσα στους νικητές –Σέρβους, Βουλγάρους και Μαυροβούνιους– και η οθωμανική παρουσία στα Βαλκάνια καταλύθηκε. Ο ελληνισμός ζούσε ιστορικές στιγμές, αν και το τίμημα που είχε πληρώσει σε θύματα και τραυματίες ήταν μεγάλο, συμπεριλαμβανομένης και της δολοφονίας του Βασιλιά Γεωργίου Α ́ στις 5 Μαρτίου 1913 στη Θεσσαλονίκη.

006
Επίθεση Ευζώνων στην Αετορράχη Φεβρουάριος 1913
007
Ανάπαυση Ευζώνων στην Αετορράχη μετά τη μάχη 1913

Β ́ Βαλκανικός Πόλεμος (Ιούνιος 1913 – Ιούλιος 1913)
Η αγεφύρωτη ελληνοβουλγαρική αντιγνωμία ώθησε τους Έλληνες προς αναζήτηση ενός άλλου βαλκανικού συμμαχικού ισοδύναμου σε διπλωματικό και στρατιωτικό επίπεδο. Τον Μάιο του 1913 συνήψαν αμυντική συμφωνία για κοινή στρατιωτική δράση με τη Σερβία. Η Βουλγαρία –με τη χρήση της ανενεργής συνθήκης του Αγ. Στεφάνου (Μάρτιος, 1878)– επιτέθηκε ταυτόχρονα ενάντια στα ελληνικά και σερβικά στρατεύματα στις 16 Ιουνίου 1913, με στόχο να καταλάβει όσο το δυνατόν περισσότερα από τα διεκδικούμενα εδάφη πριν από τη μεσολάβηση των Μεγάλων Δυνάμεων. Ο Β ́ Βαλκανικός Πόλεμος άρχισε χωρίς να έχει κηρυχθεί.
Οι Έλληνες αντέδρασαν άμεσα, εκκαθαρίζοντας τις βουλγαρικές δυνάμεις στη Θεσσαλονίκη. Ο Ελληνικός Στρατός αν και άγγιξε τα έσχατα όρια των δυνατοτήτων του με τη μάχη του Κιλκίς-Λαχανά (19-21 Ιουνίου) έφερε τους Βουλγάρους αντιμέτωπους με την ελληνική στρατιωτική στρατηγική. Η νικηφόρα προέλασή του συνεχίστηκε με τις καταλήψεις: της Δοϊράνης, της κοιλάδας του Στρυμόνα ποταμού και της Στρώμνιτσας και επισφραγίστηκε με τις απελευθερώσεις: της Καβάλας, του Σιδηροκάστρου, των Σερρών, της Δράμας, της Αλεξανδρούπολης, της Ξάνθης και της Κομοτηνής.
Οι ευζωνικές στρατιωτικές μονάδες κατά τις επιθέσεις τους διακρίθηκαν για το επιθετικό πνεύμα, την περιφρόνηση του κινδύνου και τη διαρκή προσήλωσή τους στην καταδίωξη του εχθρού, ώστε να μην καθίσταται εφικτή η ανασύνταξή του. Οι Βούλγαροι στρατιώτες στη θέα των Ευζώνων καταλαμβάνονταν από πανικό, καθώς με την «ειδική τακτική» της επιθετικής ορμής, έτρεχαν ως ζαρκάδια και επιτίθεντο με τη λόγχη σώμα με σώμα. Στην πραγματικότητα οι Εύζωνοι διεκδικούσαν τη νίκη με αρωγό τις ηθικές δυνάμεις τους.
Ο Β ́ Βαλκανικός Πόλεμος διήρκεσε μόλις ένα μήνα. Στις 28 Ιουλίου 1913, στο Βουκουρέστι υπογράφηκε συνθήκη ανάμεσα στους ηττημένους Βουλγάρους και τους νικητές –Ελλάδα, Σερβία, Ρουμανία και Μαυροβούνιο– θέτοντας και τυπικά το τέλος του. Ωστόσο, οι ελληνικές περιοχές της Δυτικής Θράκης και της Μακεδονίας περιήλθαν στη Βουλγαρία. Την 1η Νοεμβρίου 1913, υπογράφηκε η Συνθήκη των Αθηνών ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία, η οποία καθόρισε τις σχέσεις των δύο χωρών, όμως και εκείνη δε διευθέτησε το ζήτημα των νησιών του Αιγαίου, τα οποία τελικά παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα με τη Συνθήκη της Λωζάνης (24 Ιουλίου 1923), εκτός από την Ίμβρο και την Τένεδο που περιήλθαν στην Τουρκία με ειδικό καθεστώς διοίκησης. Έτσι, είχε πραγματοποιηθεί ένα μεγάλο βήμα για την Ελλάδα τόσο για την απαλλαγή της από την εδαφική καχεξία όσο και την ανάδειξή της σε υπολογίσιμη στρατιωτική και πολιτική δύναμη των Βαλκανίων. Μολαταύτα, ελληνικές πληθυσμιακές ομάδες έμειναν εκτός του ελληνικού κράτους. Συνεπώς, η ανάγκη προστασίας των αποκτηθέντων εδαφών, αλλά και η προσπάθεια προσάρτησης νέων κατέστησαν απαραίτητη την αναδιοργάνωση του στρατού.

Η κρητική στολή και ο αγώνας των Κρητών για την ελευθερία
Η κρητική στολή αποτελεί σημείο αναφοράς γενικότερα στη νησιωτική Ελλάδα και ειδικότερα στην ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Η Κρήτη δεν παραχωρήθηκε στο νέο Ελληνικό Βασίλειο με τις διεθνείς συνθήκες (1829, 1830, 1832) που συνάφθηκαν μεταξύ της Ελλάδας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το 1841, αν και η Κρήτη παραχωρήθηκε άμεσα στην οθωμανική κυριαρχία, εντούτοις η διοίκησή της παρέμεινε στον Αιγύπτιο Μουσταφά πασά ο οποίος προσπαθούσε να εδραιώσει την ειρήνη στο νησί. Ακολούθως, δημιούργησε μεικτά διοικητικά συμβούλια σε κάθε σαντζάκι, καθιέρωσε τη χρήση της ελληνικής γλώσσας στα δημόσια έγγραφα, αφαίρεσε την κατ’ αποκοπή είσπραξη των φόρων από τους αγάδες και ενέταξε υποχρεωτικά τους τιμαριώτες στον τακτικό στρατό. Έτσι, αποδυνάμωσε οικονομικά και κοινωνικά τη μουσουλμανική κοινότητα, με αποτέλεσμα άλλοι Τουρκοκρητικοί επέστρεψαν στον χριστιανισμό και άλλοι, πουλώντας τη γη τους στους χριστιανούς,συγκεντρώθηκαν στις πόλεις.

005
Στην Κρήτη του 19ου αι. η μαζική αγορά γης από τους χριστιανούς ενίσχυσε τόσο την οικονομική τους θέση όσο και την επιθυμία τους να ριζώσουν στη γη τους. Ως εκ τούτου, ευνοήθηκε η ανάπτυξη ενός ομογενούς πληθυσμού που μιλούσε την ελληνική γλώσσα, ασπαζόταν την Ορθόδοξη θρησκεία και είχε σαφή εθνική συνείδηση ότι ανήκει στην Ελλάδα. Οι παράγοντες αυτοί αλλά και το επίσημο δικαίωμα της οπλοκατοχής συνέβαλαν στην εκδήλωση αλλεπάλληλων εξεγέρσεων, άλλες φορές με τη συνδρομή του επίσημου ελληνικού κράτους και άλλες παρά τη θέλησή του. Η σημαντικότερη εξέγερση εκδηλώθηκε το 1866 στη Μονή Αρκαδίου, με αφορμή την αύξηση των φόρων από τον Αιγύπτιο Ισμαήλ πασά, με πραγματική αιτία όμωςτον πόθο τους για ελευθερία και ένωση με τη μητέρα Ελλάδα. Στις 9 Νοεμβρίου, Κρήτες μαχητές, γυναικόπαιδα και ηλικιωμένοι απέκρουσαν την τουρκική έφοδο στη Μονή Αρκαδίου, προσφεύγοντας στο τελευταίο τους καταφύγιο την πυριτιδαποθήκη, προκάλεσαν τρομερή έκρηξη με εκατόμβες θυμάτων εκατέρωθεν. Το ολοκαύτωμα της Μονής Αρκαδίου προκαλεί θαυμασμό για τη μαχητικότητα του κρητικού λαού.
Οι εντάσεις στο νησί της Κρήτης συνεχίστηκαν με τις ελληνικές κυβερνήσεις να προσπαθούν κάθε φορά να τις εκτονώσουν. Τον Σεπτέμβριο του 1895, η Επιτροπή Μεταπολιτεύσεως με υπομνήματα προς τους εκπροσώπους των ευρωπαϊκών δυνάμεων στην Κρήτη, αιτήθηκε τη δημιουργία ενός καθεστώτος ευρείας αυτονομίας, με τη συναίνεση και της ελληνικής κυβέρνησης. Οι ευρωπαϊκές δυνάμεις όμως, δεν έδειξαν κανένα ενδιαφέρον ενώ ο σουλτάνος, με την αποστολή στρατευμάτων, ενέτεινε την κατάσταση. Αποτέλεσμα ήταν η Επιτροπή της Μεταπολιτεύσεως να αυτοανακηρυχθεί σε Επαναστατική Συνέλευση, ενισχύοντας την εξέγερση των χριστιανών (Μάιος, 1896). Οι εκτεταμένες βιαιότητες στα Χανιά από τους Τούρκους (Ιανουάριος, 1897), αφύπνισαν την ελληνική κυβέρνηση, η οποία έστειλε στρατό στην Κρήτη για να διεκδικήσει την ένωσή της με την Ελλάδα. Έτσι όμως, συνέβαλε στην κλιμάκωση της κρίσης.
Τελικά, η άμεση αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων από την Κρήτη πραγματοποιήθηκε το 1898, ύστερα από παρέμβαση της Αγγλίας και εξαιτίας της τουρκικής βιαιότητας ενάντια σε Κρήτες και Άγγλους αξιωματικούς. Τότε, κατοχυρώθηκε η αυτονομία του νησιού με συμβολική επικυριαρχία του σουλτάνου και επιλεγμένο ηγεμόνα τον Πρίγκιπα Γεώργιο. Το 1908, κηρύχθηκε η ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, γεγονός που ενεργοποίησε την επέμβαση των δυνάμεων, για αποφυγή ελληνοτουρκικού πολέμου.Ενδεικτικά γεγονότα συνεργασίας των Κρητών με την Ελλάδα αποτέλεσαν: η συμμετοχή τους με αντάρτικο σώμα στο Μακεδονικό Αγώνα και με το 3ο ανεξάρτητο Τάγμα Κρητών στον Ελληνοβουλγαρικό Πόλεμο, συμπολεμώντας με το 1ο ευζωνικό Σύνταγμα. Η επίσημη ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα επισφραγίστηκε την 1η Δεκεμβρίου του 1913. Όσον αφορά τη ένωση των Επτανήσων και των Δωδεκανήσων με την Ελλάδα, τα μεν Επτάνησα είχαν ήδη ενωθεί από το 1864, ενώ τα Δωδεκάνησα, τόσο με τη Συνθήκη του Λονδίνου (Ιούλιος, 1915) όσο και με τη Συνθήκη της Λωζάννης (Ιούλιος, 1923) παρέμειναν υπό ιταλική κατοχή, για να αποδοθούν στην Ελλάδα στις 10 Φεβρουαρίου 1947 με τη Συνθήκη Ειρήνης που υπογράφηκε στο Παρίσι, υποχρεώνοντας την Ιταλία σε αποζημίωση ύψους 105 εκατομμυρίων δολαρίων προς τη χώρα μας.

Ο Εύζωνας στον Α ́ Παγκόσμιο Πόλεμο – Μικρασιατική Εκστρατεία
Κατά την αναδιοργάνωση της σύνθεσης του στρατού το 1913, ο προσωρινός Οργανισμός Στρατού συμπεριέλαβε στα σαράντα δύο Συντάγματα,πέντε Ευζώνων και τρία Κρητών. Με αυτή τη σύνθεση ο Ελληνικός Στρατός επιστρατεύτηκε τον Νοέμβριο του 1915. Αφορμή έδωσε η επιστράτευση της Βουλγαρίας στο πλευρό των Κεντρικών Αυτοκρατοριών (Γερμανία,Αυστροουγγαρία, Πρωσία), εξαιτίας του Α ́ Παγκοσμίου Πολέμου που είχε ήδη ξεσπάσει. Τα ελληνικά στρατεύματα με τη συνδρομή και των ευζωνικών Συνταγμάτων συνέβαλαν στη διάσπαση του Μακεδονικού Μετώπου, καθώς εξανάγκασαν τους Βουλγάρους σε φυγή και διευκόλυναν την προέλαση των γαλλικών στρατευμάτων στα ανατολικά. Το 1919, η Ελλάδα είχε ενεργό ρόλο στη συμμαχική επέμβαση στην Ουκρανία. Στο τέλος της συμμετοχής της, διατάχθηκε η απόβαση στη Σμύρνη, την οποία και κατέλαβε στις 2 Μαΐου 1919, ημερομηνία έναρξης της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Στόχος, η απελευθέρωση του ελληνισμού της Δυτικής Μικράς Ασίας.

collage00000
Στρατωνισμός Ευζώνων στη Μικρά Ασία

Ο Α ́ Παγκόσμιος Πόλεμος αφύπνισε τις ελληνοτουρκικές διαφορές και αποτέλεσε αφορμή για την ελληνική κυβέρνηση, ώστε να συνεχίσει προηγούμενες προσπάθειές της για την απελευθέρωση των υπόλοιπων υπόδουλων Ελλήνων. Ως εκ τούτου, η Μικρασιατική Εκστρατεία αντιμετωπίστηκε ως συνέχεια της εθνεγερσίας του 1821.Τον Μάιο του 1919, το ΙΙ/38 και το Ι/38 Τάγμα Ευζώνων κατέλαβαν τα Θείρα – Αϊδινίου και το Οδεμήσιο της Μ. Ασίας, αντίστοιχα και τον Ιούλιο του 1920, τμήματα του 3/40 Συντάγματος Ευζώνων κατέλαβαν την Αδριανούπολη. Ακολούθησε, η Συνθήκη Ειρήνης των Σεβρών (Αύγουστος, 1920), μεταξύ των Δυνάμεων της Αντάντ και της Τουρκίας, που παραχώρησε στην Ελλάδα την Ανατολική Θράκη και τα νησιά Ίμβρο και Τένεδο. Ωστόσο, η Σμύρνη και η γύρω περιοχή παρέμειναν υπό οθωμανική κατοχή. Στη μεγάλη επίθεση του Κεμαλικού Στρατού και συγκεκριμένα στις μάχες Κιουτάχειας, Εσκή Σεχίρ και Αφιόν Καρά Χισάρ, τα ελληνικά στρατεύματα, συμπεριλαμβανομένων και των Ευζώνων, πρόβαλαν ισχυρή αντίσταση. Μεγάλα τμήματα όμως της Ελληνικής Στρατιάς αιχμαλωτίστηκαν ενώ μικρά τμήματά της εγκατέλειψαν το μικρασιατικό έδαφος από τις 3 ως τις 5 Σεπτεμβρίου του 1922.

010
Μικρά Ασία 1921, Ι/38 Σύνταγμα Ευζώνων Ι Μεραρχίας

Με την υπογραφή της Συνθήκης Ανακωχής στα Μουδανιά (Οκτώβριος, 1922) μεταξύ Αγγλίας, Γαλλίας, Ιταλίας και Τουρκίας, τερματίστηκε ο πόλεμος. Η Συνθήκη καθόρισε την εκκένωση της Ανατολικής Θράκης από τον Ελληνικό Στρατό μέχρι τον Έβρο ποταμό. Τέλος, με τη Συνθήκη της Λωζάνης (Ιούλιος, 1923) αναθεωρήθηκε η Συνθήκη των Σεβρών. Τα όρια Ελλάδας-Τουρκίας όπως καθορίστηκαν σχύουν ως σήμερα: παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα τα νησιά Λήμνος, Λέσβος, Χίος,Σάμος και Ικαρία και στην Τουρκία η Ίμβρος και η Τένεδος. Το καλοκαίρι του 1923 κηρύχθηκε έναρξη αποστράτευσης και σημειώθηκε μια περίοδος αδράνειας των Ενόπλων Δυνάμεων. Ο πρώτος μεταπολεμικός Οργανισμός Στρατού ιδρύθηκε στις 14 Ιουλίου 1926 αποτελούμενος από τριάντα οκτώ Συντάγματα Πεζικού, εκ των οποίων τα τέσσερα Ευζώνων. Το 1930, καθορίστηκαν εικοσιτέσσερα Συντάγματα από τα οποία ένα ήταν Ευζώνων και δέκα Τάγματα Πεζικού.

Η Ποντιακή στολή και η γενοκτονία των Ποντίων

0015
Οι συστηματικές τουρκικές διώξεις του ποντιακού ελληνισμού από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, άρχισαν το 1915 με σθεναρή και πολύμηνη αντίσταση των Ποντίων. Με την ανακωχή του Μούδρου (Οκτώβριος, 1918), η κατάσταση βελτιώθηκε προσωρινά, ωστόσο με την κατάληψη της Σμύρνης (Μάιος, 1919) οι συνθήκες διαβίωσής τους επιδεινώθηκαν με συνέπεια τη μετανάστευση 100.000 Ελλήνων του Πόντου στη Ρωσία, για να συναντήσουν άλλους ομογενείς τους εκεί. Μολαταύτα, μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση (1917) η κατάσταση των Ελλήνων Ποντίων της Νότιας Ρωσίας (Βατούμ) χειροτέρευε διαρκώς, με συνέπεια να ζητήσουν βοήθεια από το ελληνικό κράτος. Η ελληνική αποστολή συγκέντρωσε στατιστικές πληροφορίες για τον ελληνικό πληθυσμό της Ρωσίας και αφού περιέθαλψε τους απόρους μετέφερε –από τον Μάιο του 1920 έως τον Φεβρουάριο του 1921– περίπου 53.000 Έλληνες στη Θεσσαλονίκη. Στη μνήμη των θυμάτων της Κεμαλικής Εθνοκάθαρσης, στις 19 Μαΐου, τελείται κάθε χρόνο στο Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη επιμνημόσυνη δέηση, με συμμετοχή ποντιακών ενώσεων.

Ο Εύζωνας και ο Β ́ Παγκόσμιος Πόλεμος (1940-1945) Ελληνοϊταλικός Πόλεμος
Την άνοιξη του 1940 η ιταλική εξωτερική πολιτική απέκτησε αρνητικό πρόσημο όσον αφορά την Ελλάδα. Συγκεκριμένα, προέβαινε σε αόριστες κατηγορίες,χρεώνοντας της ότι διευκόλυνε τον Βρετανικό Στόλο και την Αεροπορία παρέχοντάς τους βάσεις. Έτσι, στις 11 Αυγούστου η ιταλική προπαγάνδα απέδωσε τη δολοφονία ενός Αλβανού ληστή από δύο συμπατριώτες του, σε πολιτική δολοφονία από Έλληνες πράκτορες. Επιπλέον, στις 15 Αυγούστου τορπιλίστηκε το καταδρομικό «Έλλη» στο λιμάνι της Τήνου από υποβρύχιο. Αν και μετά από έρευνα ο τορπιλισμός διαπιστώθηκε ότι έγινε από ιταλικό υποβρύχιο, ωστόσο η Ελληνική Κυβέρνηση δεν προέβη σε επίσημη ανακοίνωση του πορίσματος, για να μην ενισχύσει το κακό κλίμα με την Ιταλία. Ο Μουσολίνι όμως, κατέστησε σαφές το σχέδιό του για επίθεση στην Ελλάδα με τελεσίγραφο που έστειλε στον Έλληνα Πρωθυπουργό Ιωάννη Μεταξά. Ξημερώματα στις 28ης Οκτωβρίου 1940, πραγματοποιήθηκε η ιταλική επίθεση. Τα Συντάγματα Ευζώνων πολέμησαν με αυτοθυσία στις νικηφόρες μάχες της Πίνδου, όπου με την περίφημη ιαχή «αέρα» κατάφεραν να εκφοβίσουν τον ιταλικό στρατό. Η ιταλική εκστρατεία ενάντια στην Ελλάδα εξελίχθηκε σε πανωλεθρία. Οι Γερμανοί έπρεπε να επέμβουν.

Ελληνογερμανικός Πόλεμος
Η δυσμενής εξέλιξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου δημιούργησε εμπόδια στα σχέδια του Χίτλερ για επίθεση ενάντια στην ΕΣΣΔ. Συγκεκριμένα, επιβαλλόταν η εξουδετέρωση της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας, ώστε να μην χρησιμεύσουν ως ορμητήριο των Βρετανών και των Συμμάχων ενάντια στα επιθετικά γερμανικά σχέδια. Οι Γερμανοί, αφού πέρασαν τα δάση της Νότιας Σερβίας, κατάφεραν μέσω της κοιλάδας του Αξιού να φθάσουν στη Θεσσαλονίκη, όπου στις 9 Απριλίου 1941 υπογράφτηκε Πρωτόκολλο Συνθηκολογήσεως και διακόπηκαν οι εχθροπραξίες. Στην Αθήνα, το δίλημμα συνθηκολόγηση ή πόλεμος οδήγησε τον πρωθυπουργό Αλέξανδρο Κορυζή στην αυτοκτονία, ενώ ο Στρατηγός Γεώργιος Τσολάκογλου υπέγραψε ανακωχή με τους Γερμανούς, αγνοώντας το Γενικό Στρατηγείο (20 Απριλίου 1941). Τέλος, η ελληνική κυβέρνηση του Εμμανουήλ Τσουδερού με το Βασιλιά αναχώρησε για την Κρήτη. Ωστόσο, μετά την ατυχή εξέλιξη της Μάχης της Κρήτης (Μάιος 1941)–όπου ελληνοβρετανικές δυνάμεις με τη συνδρομή του κρητικού λαού αντιμετώπισαν σθεναρά τους Γερμανούς αλεξιπτωτιστές– η ελληνική κυβέρνηση αναγκάστηκε να κατευθυνθεί στο Κάιρο. Το παρόν κείμενο δεν προβαίνει σε αναλυτική παρουσίαση των γεγονότων του Β ́ Παγκοσμίου Πολέμου, καθώς οι ενδυμασίες των Ευζώνων δεν προκαλούν τέτοιου είδους αναφορές. Γι’ αυτό τον λόγο το κείμενο περιορίζεται σε ενδεικτικές αναφορές της συγκεκριμένης στρατιωτικής περιόδου.

Η σημασία διαμόρφωσης της πολιτισμικής ταυτότητας
Ο πολιτισμός συνιστά «συστήματα αξιών και πεποιθήσεων που νοηματοδοτούν τους τρόπους ζωής και παράγουν (και αναπαράγονται) από υλικές και συμβολικές μορφές». Ως εκ τούτου, ο πολιτισμός, κατευθυνόμενος από το ανθρώπινο πνεύμα, είναι μια δυναμική διαδικασία που καθορίζει το μετασχηματισμό των κοινωνικών σχέσεων από ένα πρωτογενές στάδιο σε πιο σύνθετους τρόπους ύπαρξης. Στο πέρασμα των χρόνων, η γλώσσα, η θρησκεία, η τέχνη, η ηθική, η φιλοσοφία αποτελούν συνιστώσες οι οποίες εμπεριέχουν κοινωνικές αξίες και συνθέτουν την παράδοση ενός λαού.

007
Συγκεκριμένα, το ελληνικό στοιχείο άρχισε να αποκτά πολιτική και πολιτισμική οντότητα στο Βυζάντιο κατά τον 11ο αι., όταν η λέξη «Έλλην» παύει να ταυτίζεται με τους ειδωλολάτρες και αποκτά το πολιτισμικό και εθνολογικό περιεχόμενο της ελληνικής κλασικής παιδείας, της ελληνικής γλώσσας και της ελληνικής καταγω- γής. Ακολούθως, το «εθνικό ελληνικό κράτος» όπως εμφανίζεται στην εποχή των Παλαιολόγων, χαρακτηρίζεται από τη βαθμιαία απομάκρυνση της ελληνικής διανόησης από τη ρωμαϊκή ιδέα και την προσέγγιση της ελληνικής παράδοσης. Έτσι, με την Άλωση της Κωνσταντινούπολης τόσο του 1204 όσο και του 1453, Έλληνες λόγιοι της Δύσης (Καρδινάλιος Βησσαρίων, Ιωάννης Λάσκαρις κ. ά.), αξιωματούχοι της εκκλησίας και αρχηγοί ελληνικών στρατιωτικών σωμάτων ποδηγέτησαν τη δημιουργία αντιστασιακών κινημάτων με ερείσματά τους την χριστιανική ιδέα και την εκκολαπτόμενη εθνική ιδέα. Τον 17ο αι., με την ενοποίηση λόγιας και λαϊκής παράδοσης και την προσπάθεια να χρησιμοποιηθεί η ζωντανή γλώσσα ως γραπτή, επιδιώχθηκε η ιδεολογική επίρρωση της προσπάθειας για εθνική χειραφέτηση.
Επομένως, η διαμόρφωση εθνικής συνείδησης συνιστά ιδεολογικό οδηγό, για τηνκοινωνική, πολιτική, οικονομική και πολιτιστική εξέλιξη κάθε λαού. Με πυξίδα την εθνική συνείδηση οι Έλληνες πορεύθηκαν στο πέρασμα των αιώνων. Εξεγέρθηκαν με την Ελληνική Επανάσταση του 1821 και κέρδισαν την ανεξαρτησία και αυτονομία του κράτους τους. Διεύρυναν τα σύνορά τους με τους Βαλκανικούς Πολέμους, δημιουργώντας ουσιαστικά την Ελλάδα του σήμερα. Προσπάθησαν να απελευθερώσουν τον αλύτρωτο ελληνισμό της Μικράς Ασίας με τη Μικρασιατική Εκστρατεία, έστω και με δυσμενείς συνέπειες. Ύψωσαν το αντιστασιακό τους ανάστημα στον Ιταλό και τον Γερμανό κατακτητή. Επομένως, όταν η πυξίδα της εθνικής συνείδησης προστατεύει τη σταθερή πορεία κάθε λαού, ο λαός αυτός δεν μπορεί να χάσει τον δρόμο του. Με την παγκοσμιοποίηση –δεκαετία του 1960– η θέση για πολιτισμική και πολιτική ενοποίηση εθνών σε μια κοινή πολιτική και πολιτισμική πίστη, αμφισβητήθηκε από την ανάδυση της πολυπολιτισμικότητας. Η πολυπολιτισμικότητα διακρίνεται από την αδυναμία αποδοχής των εθνοπολιτισμικά «άλλων» οι οποίοι αντιμετωπίζονται ως απειλή για τους «εαυτούς» μας.  Ως εκ τούτου,η ανάπτυξη μιας ευαίσθητης σκέψης στον πολιτισμό και την κληρονομιά της παράδοσης συμβάλλει στην εκτίμηση της μοναδικότητας και κατ ́ επέκταση στον σεβασμό όλων των πολιτισμών, ώστε οι σύγχρονες πολυπολιτισμικές κοινωνίες, να συνυπάρχουν ειρηνικά. Παράλληλα, ενισχύει την κριτική νοημοσύνη, ώστε να επιλέγονται τα καλύτερα στοιχεία των παραδόσεων–λαϊκών, εθνικών, θρησκευτικών–, καθιστώντας τους ανθρώπους ανοικτούς στις γνώσεις αλλά και στην έξωθεν κριτική. Σήμερα, που το πολιτιστικό ρεύμα του μεταμοντερνισμού καταργεί το σύστημα των μεγάλων αφηγήσεων και αναγνωρίζει ότι η επικοινωνία είναι ο κυρίαρχος της καθημερινής ζωής, σηματοδοτείται η στροφή «από τον χρόνο στο χώρο και από την παραγωγή προς την επικοινωνία». Η εθνική φορεσιά ως σύστημα επικοινωνίας με συμβολικές διαστάσεις, στο μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη, ανακαλεί στη μνήμη τους φύλακες του έθνους ενισχύοντας την πολιτιστική και εθνική ταυτότητα. Έτσι, η παράδοση αντιμετωπίζεται ως εγγενής φυσική ιδιότητα η οποία εξιδανικεύει το παρελθόν και με τη συνδρομή του πολιτισμού η ελληνικότητα μεταδίδεται στις νεότερες γενιές.

001

Οι Εύζωνοι είναι ταυτισμένοι στη συνείδηση των Ελλήνων με τους εκλεκτούς του Ελληνικού Στρατού, προκαλώντας αισθήματα υπερηφάνειας και θαυμασμού για τον ηρωισμό και την αυτοθυσία τους. Ως εκ τούτου, στην καθημερινή παρουσία των Ευζώνων της Προεδρικής Φρουράς στο Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη αναγνωρίζεται ο ρόλος του θεματοφύλακα της ιστορικής μνήμης του ελληνικού έθνους και κράτους. Παράλληλα, αναδεικνύεται η αμφίδρομη και δυναμική σχέση κοινωνίας και χώρου στην προαγωγή συλλογικών πολιτιστικών προτύπων και επιτυγχάνεται η ενσωμάτωση του πολιτισμού στην πραγματική ζωή.
Ευχή, το ταξίδι αναστοχασμού του κειμένου αυτού να διεγείρει την περιέργεια του αναγνώστη, ώστε να ενσκήψει με γνήσιο ενδιαφέρον στο ιστορικό και πολιτιστικό ταξίδι της πατρίδας μας.

ΠΗΓΕΣ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
 Αλιβιζάτος Νίκος, «Τα Συντάγματα του Αγώνα, 1821-1828», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000,
η Ελληνική Επανάσταση, 1821-1832, Βασαλάκης Γιάννης (επιμ.), τ.3, 171-182, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα
2003.
 Ανδριώτης Νίκος, «Η πρώτη προσφυγιά, ελληνικές προσφυγικές μετακινήσεις, 1906-1922», Ιστορία του
Νέου Ελληνισμού 1770-2000, η Εθνική Ολοκλήρωση (1909-1922), από το κίνημα στο Γουδί ως τη Μικρασιατική
Καταστροφή, Βασαλάκης Γιάννης (επιμ.), τ.6, 95-104, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2003.
 Αντωνοπούλου Μαρία, Οι Κλασικοί της Κοινωνιολογίας, Κοινωνική Θεωρία και Νεότερη Κοινωνία, Σαββάλας,
Αθήνα 2008.
 Βοζάνη Αριάδνη, «Το μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη: από την προκήρυξη του σχετικού διαγωνισμού
στην υλοποίηση», στο συλλογικό τόμο Στης Βουλής τα πέριξ: Το μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη και ο Εθνικός
Κήπος, Σταθακόπουλος Γιώργος (επιμ.), 21-35, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα 2009.
 Βουγιούκα Αναστασία, Ιστορία Μόδας ΑΒ, Το κοστούμι από την Αίγυπτο μέχρι σήμερα, Εκδόσεις ΑΒ (Α.
Βουγιούκα), Θεσσαλονίκη 1982.
 Γενικό Επιτελείο Στρατού/Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, Επίτομη Ιστορία των Βαλκανικών Πολέμων 1912-
1913, Αθήνα 1987.
 Γενικό Επιτελείο Στρατού/Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, Ευρετήριο Πολεμικών Γεγονότων του Ελληνικού
Έθνους, Αθήνα 1989.
 Γενικό Επιτελείο Στρατού/Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, Οι Κυριότερες Μάχες του Ελληνικού Στρατού
(1897-1955), Αθήνα 2012.
 Γενικό Επιτελείο Στρατού/ Διεύθυνση Πεζικού (ΓΕΣ/ΔΠΖ), «Η Διαχρονική παρουσία του Όπλου του
Πεζικού», Στρατιωτική Επιθεώρηση, 9-47, Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος 2012, Αθήνα.
 Κόκκινος Διονύσιος, Η δράσις των Ευζώνων κατά τον Ελληνοβουλγαρικόν Πόλεμον, Αθήνα 1914.
 Καλιβρετάκης Λεωνίδας, «Η Κρήτη 1829-1869, Μεταξύ δύο Επαναστάσεων», στο Ιστορία του Νέου
Ελληνισμού 1770-2000, το Ελληνικό Κράτος 1833-1871 Η εθνική εστία και ο Ελληνισμός της Οθωμανικής
Αυτοκρατορίας, Βασαλάκης Γιάννης (επιμ.), τ.4, 373-388, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2003.
 Κάππος Θανάσης, Ηρώδου Αττικού 21, Η Προεδρία της Δημοκρατίας και οι Πρόεδροι, ΝΕΑ (ειδική έκδοση
της εφημερίδας), Αθήνα 2014.
 Λεοντίδου Λίλα, Αγεωγράφητος Χώρα – Ελληνικά Είδωλα στις Επιστημολογικές Διαδρομές της Ευρωπαϊκής
Γεωγραφίας, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2009.
 Λυμπερόπουλος Βασίλειος, Εύζωνοι Οι Πολεμιστές του Θρύλου και της Ιστορίας, Αθήνα 1996.
 Μαργαρίτης Γιώργος, «Η Εμπόλεμη Ελλάδα, Βαλκανικοί Πόλεμοι, Μακεδονικό Μέτωπο, Ουκρανία», στοΙστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, Η Εθνική Ολοκλήρωση (1909-1922), Παναγιωτόπουλος Β. (επιμ.), τ.6, 63-82, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2003.

 Μαυρογορδάτος Γιώργος, «Οι πολιτικές εξελίξεις από το Γουδί ως τη Μικρασιατική καταστροφή», στο Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, Η Εθνική Ολοκλήρωση (1909-1922), Παναγιωτόπουλος Β. (επιμ.), τ. 6, 9-30, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2003.
 Πάντος Θεόδωρος, Το Κοστούμι, εκδόσεις Σχολής Βελουδάκη, Αθήνα 1978.
 Παπαγεωργίου Κωνσταντίνος, «Εισαγωγή» στον Taylor Charles, Πολυπολιτισμικότητα: Εξετάζοντας την πολιτική της αναγνώρισης, Παιονίδης Φ.(μτφρ.), Πόλις, Αθήνα 1999.
 Σβορώνος Νίκος, Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας, 13η έκδ., (1η έκδ. 1975), Θεμέλιο, Αθήνα 2007. Sissela Bok, «Από το μέρος στο όλον», στο Νussbaum M. Υπέρ Πατρίδος, Πατριωτισμός ή Κοσμοπολιτισμός,
 Τσοτσορού Α. & Μύστακας Ελ. (μτφρ.), Scripta, Αθήνα 1999.
 Τσέλιος Θωμάς – Μακρυπούλιας Ιωάννης (συγγραφική ομάδα), Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη, Γενικό
Επιτελείο Στρατού 7ο ΕΓ/5, (ένθετο στη Στρατιωτική Επιθεώρηση, Νοέμβριος- Δεκέμβριος 2006) , Αθήνα
2006.
 Χανδακά Σοφία, «Η ελληνική φορεσιά στο Θέατρο “Δόρα Στράτου” Παράδοση ή Νεωτερισμός;», στο
Αρχαιολογία- Η θεωρία της Ένδυσης, 85Α, Δεκέμβριος 2002.
Πηγές
 Αρχείο Γενικού Επιτελείου Στρατού/Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, Φ.1887/Α/ΙΜ1.
 Αρχείο ΓΕΣ/ΔΙΣ, Φ.1887/Α/ΙΜ2.
 Αρχείο ΓΕΣ/ΔΙΣ, Φ.1887/Α/ΙΜ3.
 Βασιλικό Διάταγμα/19 Δεκεμβρίου 1868, «Περί σχηματισμού αυθύπαρκτου στρατεύματος υπό την
ονομασία “Άγημα”» ΦΕΚ 63.
 Βασιλικό Διάταγμα/28 Μαρτίου 1914, «Περί συστάσεως Ανακτορικής Φρουράς», ΦΕΚ 77/ Τεύχος Α ́.
 Νομοθετικό Διάταγμα/20 Σεπτεμβρίου 1926, «Περί μετατροπής των Παλαιών Ανακτόρων εις Μέγαρον
Βουλής και Γερουσίας», ΦΕΚ 321/Τεύχος Α ́.
 Νόμος 4321/16 Αυγούστου 1929, άρθρο 16, «Συγκρότηση ανεξάρτητου τιμητικού λόχου υπό τον τίτλο
“Λόχος Φρουράς Προέδρου Δημοκρατίας”» ΦΕΚ 282/Τεύχος Α ́.
 Προεδρικό Διάταγμα/16 Αυγούστου 1929, «Περί κανονισμού στολής οπλιτών ευζώνων», ΦΕΚ 289/Τεύχος Α ́.
 Βασιλικό Διάταγμα/17 Μαΐου 1940, «Περί ιματισμού οπλιτών Λόχου Βασιλικής Φρουράς», ΦΕΚ149/Τεύχος Α ́.
 Νομοθετικό Διάταγμα 221/26 Ιουνίου 1941, «Περί συγκροτήσεως τιμητικής φρουράς Αγνώστου
Στρατιώτη», ΦΕΚ 213/Τεύχος Α ́.
 Νόμος 161/12 Σεπτεμβρίου 1975, άρθρο 3 «Περί συστάσεως, οργανώσεως και λειτουργίας των υπηρεσιών
της προεδρίας της Δημοκρατίας», ΦΕΚ 195/Τεύχος Α ́.
Πηγές Φωτογραφιών
 Αρχείο ΓΕΣ/ΔΙΣ

 Χατζηαδάμ Δήμητρα, Εύζων, Λυχνία, Αθήνα (υπό έκδοση)..

Εμπλοκή

ΚΕΙΜΕΝΟ-ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: Μαρίνα Σ. Τσιρτσίκου, Ιστορικός ΓΕΣ/ΔΙΣ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s